PDF Archive

Easily share your PDF documents with your contacts, on the Web and Social Networks.

Send a file File manager PDF Toolbox Search Help Contact



ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ooooo .pdf



Original filename: ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ooooo.pdf

This PDF 1.6 document has been sent on pdf-archive.com on 12/01/2012 at 12:46, from IP address 195.74.x.x. The current document download page has been viewed 1235 times.
File size: 1.6 MB (57 pages).
Privacy: public file




Download original PDF file









Document preview


Ε Υ Α Γ Γ Ε Λ Ι Α Π. Π ΑΠΑΔΑΚΟ Υ

πέρασμα
του
χρόνου
ΠΟΤΑΜΙΑ
ΛΑΚΩΝΙΑΣ

^

-ί-

1 .at.
° ΐ>

Ο
Ο <->

ΑΒΗΝΆ

13 Β 4

Στο
πέρασμα
του
χρόνου

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1 9 7 9 και

το β ιβ λ ίο τυπώθηκε

το 1 9 8 4 .
Τ ο εξώφυλλο είναι της Σαιτφώς Νικολαττουλου
γραφίες του Ζώη Σωτηράκου

και οι φωτο­

Σ τ η μνήμη
των γονιών μου
Π Α Ν Α ΓΙΩ ΤΗ και Κ Α Τ ΙΓ Κ Ω Σ
Πατταδάκου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Σύμφωνα με ένα αξίω μα που διατύπ ω σε
βαθύς σ το χα ­
σ τή ς, α λλά και αναγνωρισμένος α π ό την π α γκ ό σ μ ια ισ το ρ ία
επ ανα στά της,
κάθε βιβ λ ίο — οποιουδήποτε περιεχομένου —
π εριέχει πάντοτε μ ιά σ ελίδ α ξεχω ριστού ενδιαφέροντος.
Με δικαιολογημένη
όμως ικανοποίηση,
παρατηρώ και
διαπιστώ νω ,
ότι το β ιβ λ ίο της Ε υ α γ γ ελ ία ς Π. Πα-^αδάκον
γ ια το χωριό της — την Π οταμιά Λακεδαίμονος — είναι σ ε
όλες του τ ις σελίδες ενδιαφέρον, αξιοπρόσεκτο και ευχάριστο
— ανεξάοτητα άν ο αναγνώ στης γεννήθηκε στην όμορφη και
γραφική Π ο -α μ ιά ή δεν έτυχε ντ ακούσει π ο τέ να γ ίν ετα ι λό­
γο ς γ Γ αυτήν.
Η Ε υ α γ γ ελ ία ΓΙαπαδάκου, με την ευγενή, φ ιλότιμη και
ευσυνείδητη π ρ ο σ π ά θειά της, κατάφερε να μή προδώσει και τη
λογοτεχνία. Α ντίθετα, κατόρθωσε να
την υπηρετήσει χωρίς
καμιά επιτήδευση.
Γράφει με άνεση και δικό της ύμος — απ λό και αυθόρ­
μητο.
Τ α ιστορικά σ τ ο ΐγ ε ϊα που π αρέχει γ ι α το χω τιό της τώρα
— · πρώτη φορά — βλέπουν το φώς της δηα οσ'ότη-'α ς, αφού
πρώ τα έτυχαν από ιιέοους τη<, φ Ροντισ"ένης ε^ακοίβωσης ■—
ση'ίειώνουυε ότι η Ε 'ΐα ν ν ελ ία Π. Παπαδάκου υπήρξε η πρώτη
εκλεγμένη Ε λληνίδα Πρόεδρος Κ οινότητας.

Ποαγιιατικά, βοισκόνιαστε μπροστά σ ’ ένα κεΤ"ε'Ό ττλ'·'■’ί­
σιο, ζωντανό και ευκίνητο.
Σ τ ις γειχάτες νοστ^>νία, συ γ κί­
νηση και αγάπη γ ια την Π οτα'ΐιά σελίδε? τοιι βιβλίου. ιιε τ ις
υπ^οονες Φωτ ονοοτ«ίες, ο αναγνώστη»· θα δει να
τιγ.
νεύουν τα πεοασυένα. Θα 6«εί τα διάφορα ιστοο·"·ά νε'Ό· ότα — ιτν ά λ α ή μικοά. αδιάφορο — και θα γνωρίσει τη ζωή
και τα έθιμα των κατοίκων.
Π 'ό σ'υγκ*·'«Μ·ΐΓνα, ο ανοτννώσ-τπς
θ’ αναννωοΤσ'Ί σΎα
π 'Ά τω π α τον β 'β λ ίο ν . m u c ποπτ'π-οΰ^'·'" του, τους γονιούς, τα
αδέρφια κ Γ ακόμα τον ίδ ιο Τον εαυτό του.
Ό λ η au-rl η π ο ο σ π ά θ ε 'α ,
δίνει ιδΐΓ»ΤτεΛο S~nor ατην
otvav-'lpon-a α ?'ό λο ν η ε ^ ν '^ ’ α τητ Ε Π. Π.
Π ^ '^ νίΓ ο ντο τς
λοιπόν τη uikoo τούτο * ·^ λ ΐο .
at^ A avouai υπε«ηΛρ'νοο και
συγκινηιιενοΓ ν ια τ ί μου δόθηκε η ναοά να το παοτΜκτιάσω " τ ο
κη·ι>ό
Μ Ε Π Π. ενει αναιίΦισβητητα θετικ ά -π-ηο/τόντα.
ν’ α ονιζει, να ποονω οεϊ
και να «τταιιατά.
ΓχωοΤ^ει. δηλ~δή,
το Ίΐ'στικό της οικονοϋϊας του λόγου, π ρ ά γ μ α που σημαίνει
ότι είναι προικισμένη με ταλέντο.

Σ. Κ. Π.

ΠΟ Τ Α Μ ΙΑ
Εκεί κατά τα νοτιοδυτικά της Σπάρτης και κα­
μιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακριά της — άλλοι λ έ ­
νε είκοσι δύο — είναι ένα χωριουδάκι η Ποταμιά.
Καθισμένη απάνω σ’ ένα πλάτωμα φαντάζει από τα
βόρεια και τ’ ανατολικά σαν μικρό οροπέδιο. Λες
κι έκατσε κεί απάνω για να μπορεί να κοιτάζει τ ’ ά λ­
λα χωριά του κάμπου από ψηλά. Αφού η φύση δεν
της έδωσε με την ίδια απλωχεριά τα δικά τους α γ α ­
θά. Παχιά χώματα και πολλά νερά.


'Οταν έφτασα εκεί κάποιο καλοκαιριάτικο δεί­
λι, ο φροντισμένος δρόμος μ’ έβ γ α λε στην τσιμεντοστρωμένη πλατεία με τα λίγ α μαγαζιά, που σου
προσφέρουν από καφέ μέχρι σα ρδέλες και σαπούνι.
Οκτώ — δέκα άνθρωποι που ήταν εκεί, ο τρόπος που
με δεχτήκανε, εμένα την άγνωστη, μου φάνηκε καλο­
συνάτος.
— Κάτσε κυρά μου, να πιείς ένα ποτήρι νερό μια
και το πέρασμά σου σ’ έφερε στα χώ ματα μας και,
πες μας τι καλό δρόμο έχεις από δω, να σε βοηθή­
σουμε σαν χρειαστεί.
Έ ν ιω σ α μια ζεστα σιά να γιομ ίζει
την ψυχή
μου και μ’ άφησε ο φόβος γ ια το βράδυ αν δεν υπήρ­
χε κανένα πανδοχείο. Ακούμπησα παρέκει το σάκο
μου, ευχαρίστησα κι’ έκατσα. Έ ν ιω θ α και κουρα­
σμένη.
— Φέρε, Πατναγιώτη στην άγνωστη καφέ και δρο­
σερό νερό από τη στάμνα. Είναι νοστιμότερο. Είπε,
ο πιο ηλικιωμένος, ένας γέροντας καμιά ογδοντα­
ριά χρονών, ο μπάρμπα Μήτρος και, μονολόγησε
λ ε ς : «Καλά είναι τα ψυγεία δε λέω , αλλά μερικά
πράματα τα ξανοστίζουν».
Δεν ξέρω γιατί, εκείνος ο καφές μου φάνηκε
ο καλύτερος πούχω πιεί. ' I σω ς για τί μου προσφέρθηκε με μεγάλη φιλοξενία. Αμέσως σταμάτησα να
νιώθω ξένη. Εξήγησα δτι, μια και πήρα από τη δου­
λειά μου την καλοκαιριάτικη άδεια, σκέφτηκα να
γνωρίσω εκείνα τα μέρη της πατρίδας, που δεν τα
9

γράφουν οι τουριστικοί οδηγοί και να περάσω τις
μέρες μου μαζί με τους ανθρώπους τους. 'Ε τ σ ι φεύ­
γοντας από την πόλη που δουλεύω, έφτασα εκεί και,
χωρίς προμελέτημα, δεν ήξερα που ακόμα θα με πή­
γαιναν τα βήματά μου. Είπα ακόμα ότι ας δουλεύω
στην πόλη, κρατάω ρίζα από χωριό κι’ αγαπώ τους
ανθρώπους του χωριού και τη ζωή τους.
Τα πρόσωπά τους γίνανε ακόμα πιο γ ελα σ τά
καί μου είπανε πως τώρα με νιώθανε σαν δικό τους
άνθρωπο. Μετά από τούΐη την πρώτη γνωοιμ>'α, η
κουβέντα ανάμεσά μας, πήρε το δρόμο της. Σαν βασί­
λεψε ο ήλιος κι’ από τα πέρα βουνά, όπως ε ?πε χα ­
ρακτηριστικά ο μπάρμπα Μήτρος, η μικρή πλατεία
άρχισε να μαζεύει κι άλλο κόσμο. Από όλες τις ηλι­
κίες και παιδιά. Κάπου — κάπου και καμιά γυναίκα.
Γυρίσανε από τα χωράφια τους και βγήκαν
στην πλατεία τους, στη ρούγα τους, όπως τη λένε,
να πούνε τα δικά τους. Οι μεγά>οι, πώς η σοδειά
απ” τα αγλάδια και τα σύκα δεν είναι καλή. Τα δέντοα ξεράθηκαν από την αδουλειά. Έ φ υ γ α ν οι νέοι
πήναν στην ξενιτειά Ά δ εια σ ε το χωοιό. Από τους
εφτακόσιους κατοίκους έμεινοτν τριακόσιοι κι οι π·ο
πολλοί, ηλικιωμένοι. Μα και το νερό σ τ’ αυλάκι εί­
ναι λίγο .Ευτυχώς εδώ και τριάντα χρόνια η Κοινό­
τητα όλο και φτιάχνει τσιμενταύλακα. Αλλιώς θα
χανότανε στο πέρασμα του. Ελπίζουνε όμως οι ελιές
να κοατήσουν, να μην πάθουν δάκο, tic ψεκάσανε
κιόλας. Έ . αν έχουν τουλάχιστον το χειιιών« λαδάκι, κάπως θα τα βολέψουν. Ε ?ναι το πιο κο·>ό τους
εισόδηιια. Να αιλήσουνε και λίνο πολιτικά. Λε συμφωνάνε βέβαια στα πολιτικά, αλλά άν η κυβέρνηση
φροντίσει λίγο και τον αγρότη.
Οι νέοι έχουν τα δικά τους. Έ γ ο υ ν κΓ ένα cry no
τικό σύλλονο. Τώρα τις μέρες θά οθει από τη Σπάο-ιη ο γεωπόνος και θα κάνουν ιιάθηιαα γ ια τα δέν­
τρα και τις αρρώ στιες τους. Αλλά να Φροντίσουν να
φτιάξουν και την ομάδα τους. Τι. στ’ άλλα χω<">ιά
παίζουν καλύτερο ποδόσφαιρο πούχουν ο μ ά δ 'ς : Μέ­
σα σε τούτη τη λίγη ώρα, μ’ είχανε καλωσορίσει
όσοι μεγάλοι ήταν στην πλατεία.
10

Είχε νυχτώσει. Ο πρόεδρος με τον παπά και με­
ρικούς άλλους, λέγανε, για το που θα φάει και θα
κοιμηθεί η ξένη. Το κατάλαβα κι’ είπα να μη σκοτί­
ζονται. Μου φτάνουν τόσο λίγα. Μου αρκεί η καλοσύ­
νη τους. Ο μπάρμπα
Μήτρος μπήκε στή μέση.
— Με συμπαθάτε, εΐπε, αλλά απόψε την ξένη μας θα
την φιλοξενήσω εγώ. Αν αύριο με το καλό ξημέρω ­
μα, γνωρίσει το χωριό μας και της αρέσει, θά’λεγ α
να της προτείνουμε να μείνει μέρες. Να το δει κα­
λύτερα και να την περιποιηθούμε πιο καλά.
Έ χ ε ι ς δίκιο μπάρμπα Μήτρο είπαν δλοι, α ς γ ί­
νει έτσι κι ας ελπίσουμε ότι θα μείνει, όσο -πιο πολ­
λ ές μέρες θέλει μαζί μας.
Τό ’χα αποφασίσει, μόνο περίμενα να μου το προ­
τείνουν κι έγινε. Τώρα εδώ θα περάσω την άδειά
μου. Είμαι χαρούμενη. Καληνυχτήσαμε, είπαμε κα­
λό ξημέρωμα, και, φύγαμε για το σπίτι.

Το αρχοντικό του μπαρμπα Μήτρου είναι ένα
ανώγειο μεγάλο παλιό σπίτι. Ο πολιτισμός ήρθε να
του βάψει το χα γιάτι μ’ ένα ροζ έντονο χρώμα. Να
αντικαταστήσει την ξύλινη σκάλα με τσιμεντένια
και, να βάλει στις μικρές πόρτες τζάμια από τη μέ­
ση και πάνω.
— Κατά πως θα δεις, άμα μείνεις μέρες στο χ ω ­
ριό, μου ’ξηγεί ο μπάρμπα Μήτρος, έχουμε φτιάξει
και καινούργια σπίτια και τα παλιά, όλο και τα
διορθώνουμε, θ α δεις και έργα κοινοτικά φτιάξαμε.
Ενώ τον άκουγα συλλογιόμουνα. Σαν θ’ άνοιγε
η πόρτα, δε θα βαρυγκόμαγε η γριά του με την
αποόσαενη μουσαφίοισσα; Ό μ ω ς η θειά Μήτοαινα
στην ίδια περίπου ηλικία με το γέρο της, έδ ειξε και
χαρούμενη.
— Ακούς που θα περάσει ξένος άνθρωπος από το
χωριό μας και δε θα φάει και δε θα κοιμ ηθεί! Τί να
το κάνουμε το ξενοδογείο. Κάνει τους ανθοώπους
περισσότερο Γένους. Τόσα σπίτια έγουμε. Μονολόγη­
σε και τράβηξε για το κοκτώγι να φέρει οοτό το βιός
της, να μας περιποιηθεί.
Εκείνο το βράδυ ένιωσα πολύ ανθρώπινα. Το

χάραμα με δρήκε άϋπνη αλλά τόσο ήρεμη και ξεκούραστη.
Εκεί στο πλατύσκαλο που το σκέπαζαν τα κλα­
διά μιας μεγάλης μουριάς, πάνω σ’ ένα μικρό σο­
φρά, με περίμεναν ένα ποτήρι γά λα απ’ την κατσί­
κα και ζυμωτό σταρένιο παξιμάδι. Μέσα σε τούτη
την αυλή τη σκεπασμένη απ’ τις μουριές, τις κρεδάτ ες με τα κλήματα, την πλημμυρισμένη από τ ’ άρω­
μα της ματζουράνας, της λεβάντας και του βασιλι­
κού, μαζί με τούτους τους σχεδόν άγνωστους γερόντους, που σου δείχνουν με τη φροντίδα τους τόση α­
γάπη, νιώθεις το πραγματικό νόημα της ζωής. Ζεις
το ψυχικό μεγαλείο μεσ’ από τις απλοϊκές τούτες
υπάρξεις.

Ό σ ε ς μέρες θέλεις να μείνες, με χαρά μας,
μούπε η θειά Μήτραινα. Να το περπατήσεις το χ ω ­
ριό και τον τόπο του. θ α σ’ αρέσει, να το γνωρίσεις
καλά. Να γνωρίσεις και τους ανθρώπους. Να μιλή­
σεις μαζί τους, θάχουνε να σου πούνε και ιστορίες
του χωριού.
Δροσερό πρωινό. Ο ήλιος ξεπρόδαλε λαμπερός
κατακόκκινος δίσκος, απ’ τις κορυφές του
Πάρνωνα. Πήρα το δρόμο το γνωστό μου γ ια την πλατεία.
Η θειά Μήτραινα μου φώναζε απ’ την αυλόπορτα.
Κατερίνα τις ώ ρες του φαγητού και της ανάσας θα
σε περιμένουν όλα έτοιμα. Τι ακούραστη καλοκάγα­
θη γριούλα θ έ ε μου. Στην πλατεία δρήκα τους φί­
λους μου, λ ες και με περιμένανε. Γνώρισα κι’ ά λ­
λους. Τους είπα ότι θα περάσω την άδεια μου στην
Ποταμιά. Χαρήκανε. θ α δεις είναι καλό το χωριό
μας. Δε θα μετανοιώσεις, θα περάσεις καλά. Ας
περπατούσα τώρα με τη δροσιά, να γνωρίσω λίγο
το χωριό.
Πήρα ένα δρόμο τσιμεντοστρωμένο, κεντρικό
του χωριού θάλεγα, πούδγαζε κατά τα βορεινά.
Μπά, τι ναι αυτό. σαν πύργος μοιάζει που τούχουν
κακότεχνα α λλά ξει την όψη. θ α ρωτήσω γ ια την
ιστορία του. Γιατί όχι; Κάθε τόπος δεν έχει μια μι-

κρή ή μεγάλη ιστορία; Που ξέρ εις και τούτο το χωριουδάκη; Τούτος ο πύργος δε θάχει κάποια ιστο­
ρία; Ωραίο μέρος προς τα δω. 'Ο σο προχωράς ο
ορίζοντας γίνεται μεγαλύτερος, αλλά τα σπίτια αργιώνουν. Τόσο κοντά στην πλατεία και λ ε ς ότι βρέ­
θηκες στην άκρια του χωριού. Αλλά έτσι θάπρεπε
νάναι τούτο δω το κομμάτι. Το πιο ψηλό μέρος του
χωριού. Με αργιωμένα τα σπίτια. Με μεγάλα δελανόδεντρα και με άπλα, γιατί εδώ είναι η εκκλησιά
της Ποταμιάς. Υπάρχουν και λίγ α πεύκα, στολίδι
της εκκλησιάς κι’ αυτά. Αργότερα θα μου πουν οτι
τα φύτεψε ο δάσκαλος με τα παιδιά.
Μιά γυναίκα που με καλημέρισε σαν με είδε
στο προαύλιο, μούπε ότι η εκκλησία είναι η Κοίμη­
ση της Θεοτόκου. Γιορτάζει το δεκαπενταύγούστο.

Τούτο το προαύλιο, π εριμένει
και προσκαλεί τΌυ·ς Πο­
τά μ ι τες, να ξαναστήσουν
τ ις
π ανηγυριώ τικες π α ρ ά γ κες τους, το γ λέντι να ξαναρχίσει

13

Γίνεται και πανηγύρι. Αλλά εδώ και εφτά - οχτώ
χρόνια έκοψε από τη ρίζα ο δυνατός αέρας το μ εγά ­
λο βελανόδεντρο που ήταν στη μέση του προαύλιου.
Απ’ τα γερά κλαδιά του, μέσ’ στην πυκνή του φυλλω­
σιά κρεμόταν η καμπάνα, και στον ίσκιο του στήνα­
νε χορό οι Π οταμίτες κι’ οι γείτονές τους. Πικράθηκε
ο βελανόδεντρος σαν πήγε η καμπάνα του στο καμ­
παναριό και δεν άντεξε στου καιρού τ ις θύελλες.
Στη θέση του φύτεψαν πλατάνι και λαχταράν να στοιχειώ σει σαν κι’ εκείνον. Εκεί, στον ίδιο χώρο, βλέ­
πω κάτι oocv μνημείο. Πλησιάζω. Ναι είναι ένα
ηρώο σε μνήμη δύο αγωνιστών, γράφει, οπτό κάποιο
συγγενή τους. Παραξευνεύουμαι λιγάκι, για τί ηρώα
στους δημόσιους χώρους στήνει μόνο η πολιτεία.
Συνεχίζω το δρόμο μου. Να, θα πάω μέχρι εκ εί
πέρα που φαίνεται ένα μοναχικό σπίτι. Νιώθω την
ανάσα μου τόσο αλαφριά. Αναπνέω οπτό βαθιά. Σ τέ­
κομαι, μα τι ορίζοντας! Σ τ’ αριστερά μου - κι’ οι
ρίζες του δε φαντάζουνε μακρύτερα από πέντε έξι χιλιόμετρα - ορθώνεται περήφανα, μεγαλόπρε­
πα, ο Ταΰγετος. Τον κοιτάζω με θαυμασμό. Στη μέ­
ση, η ψηλότερη κορυφή, κι' ισόμετρα θά λεγ ες, οι
μικρότερες από την μια πλευρά κι’ οπιό την άλλη,
σβήνουνε νότια στη θάλασσα και βόρεια κάπου στην
Αρκαδία. Φαντάζουνε γίγα ντες άγρυπνοι που φυλά­
νε τη Λακωνική γη. Καλά τον λένε το πιο λεβέντικο
βουνό. Δ εξιά στο βάθος, που θέλει η ματιά σου κά­
μποσο να τρ έξει γ ια να φτάσει, ο Πάρνωνας, κι’ ανά
μεσά τους όλος ο νομός. Σιγά - σιγά φτάνω στο τέρ ­
μα μου. Μου φαίνεται σα νάμαι απάνω σ ’ ένα μπαλ­
κόνι. Βλέπω όλη την πεδιάδα. Πολλά χωριά, μικρά
και μεγάλα, κι’ ανάμεσά τους τη Σπάρτη, καμάρι
του Ταΰγετου και νύφη του Ευρώτα, όπως λ έει ένα
τοπικό τραγούδι. Πραγματική αρχόντισσα της Λα­
κωνίας.
Η σκέψη, χω ρίς έλεγχο, απείθαρχη, ανεξάρτητη
και λεύτερη τρέχει στην ιστορία και σταματάει σε
κάποιο κεφάλαιο του θαυμάσιου εκείνου περιηγητή
και ερευνητή Παυσοηάα:
14

«... 'Ως δε αύτοί Λακεδαιμόνιοι λέγουσι, Λ έλεξ αυτοχθων ών
■έβασίλευσε πρώτας έν τη γη ταύτη και ιάιπ’ό τούτου Λ έλεγες
ών ήρχεν ώνομάαθησαν. Λέλεγος δε γίγνεται Μύλης και νεώτερος ΙΙολυκάων... Μύλητος δε τελευτήσαντος παρέλαβεν δ
παΐς Ευρώτας την αρχήν. Ούτος τό ύδωρ τό λιανάζον έν ro>
πεδίω διώρυγι κατήγαγεν επί θάλασσαν, άπορρυέντος δέ, ήν
γάρ δή τό ύπόλοιπον αύτοΰ ποτα,μΛΰ ρεΰμα, ώνόμασεν Εύρώταν. "Α τε δε ούκ δντων αύτοΰ παίδων άρρένων, βασιλεύει/
καταλείπει Λακεδαίμονα, μητρός μέν ΤαΟγέτης ον τα, άφ’ ής
καί τό όρος ώναμάσθη, ές Δία -δέ πατέρα άνήκοντα κατά τήν
φήμην' συνώκει δέ ο Λακεδαίμων Σπάρτη 9υγατρί τ&ΰ Εύρώτα. Τ ότε δέ, ώς εσχε τήν αρχήν, πρώτα μέν τή χώρα καί τοΐς
άν'θρώποίς μετέθετο άφ’ αύτοΰ τά Ονόματα, μετά δέ τούτο 5>κισέ τε καί ώνόμασεν από της γυναικός πόλιν, ή Σπάρτη κα­
λείται καί είς ημάς...».

Ό π ω ς δε διηγούνται οι ίδιοι οι Λακεδαιμόνες
ο πρώτος που εβασίλευσε σ’ αυτή τη χώρα ήταν ο
ντόπιος Λέλεξ και απ’ αυτόν οι κάτοικοι ονομάστηώαν Λ έλεγες. Ο Λέλεξ απόχτησε δυό παιδιά, το Μύ­
λη και το νεώτερό του Πολυκάνωνα. Ό τα ν πέθανε
ο Μύλης παρέλαβε τη βασιλεία ο γιός του Ευρώ­
τας. Αυτός κατασκεύασε διώρυγα στον κάμπο και
διοχέτευσε τα νερά προς τη θάλασσα κι’ έτσ ι όαοτν
τραβήχτηκαν τα νερά, όσα έμειναν σχημάτισαν πο­
ταμό τον οποίον ονόμασε Ευρώτα. Επειδή ο Ευρώ­
τας δεν είχε αρσενικά παιδιά, άφησε τη βασιλεία
στο Λακεδαίμονα που είχε μητέρα την Ταϋγέαη από
την οποία πήρε το όνομα και το βουνό. Κατά την
παράδοση δε ο Λακεδαίμων είχε πατέρα το Δία. Ο
Λακεδαίμων όμως συζούσε με τη Σπάρτη τη θυγα­
τέρα του Ευρώτα. Ό ναν παρέλαβε την αρχή αμέ­
σως έδωσε στη χώρα και τους κατοίκους το όνομά
του. Ύ σ τερ α έχτισε μια πόλη που της έδω σε το όνο­
μα της γυναίκας του και η οποία ακόμα μέχρι σή­
μερα ονομάζεται Σπάρτη.).
Οι Λ έλεγες αυτοί τους οποίους αναφέρει ο Παυ­
σανίας υπήρξαν οι πρώτοι βοσκοί και καλλιεργη­
τές του τόπου που δημιούργησαν με την αρετή τους
15

την αθάνατη παράδοση των σπαρτιοπτών της α ξιο­
θαύμαστης εκείνης ιστορικής περιόδου.
Γυρίζω και ρίχνω μια ματιά κατά την Ποταμιά.
Τι ωραίο μέρος εδώ, μόνο που είναι σκέτο, γυμνό.
Η γη ς δέδαια φαίνεται φτώχιά, θ α μπορούσαν όμως
νάχαν δάλει λίγ α πεύκα, ας πούμε. Αυτός ο δρόμος
από την εκκλησία μέχρις εδώ το ξεμόνιο, ocv ήτοεν

Ε π ιβλη τικ ό ς ορθώνεται

ο Τ αΰγετος

φτιαγμένος και με δέντρα; Μα δεν το σκέφτηκε κα­
νείς; Θα το κουβεντιάσω με τους φίλους μου. Παίρ­
νω το δρόμο του γυρισμού. Οι Π οταμίτες πάνε στις
δουλειές τους. Νωρίς είναι. Ακόμα δεν έπιασε ζ έ ­
στη. Φτάνω στην πλατεία και σκέφτομαι ότι καλά
μου είπε η Θειά Μήτραινα. Τόσες ώ ρες έχω τώρα
λεύτερες. Να ξεκουραστώ και μακρινούς περιπά­
τους να κάνω, να γνωρίσω τον τόπο. Μήπως κι’ αυτό
δεν είναι μια ξεκούραση κι’ ευχαρίστηση; Ότοτν
περπατάς στην εξοχή νιώθεις αλλιώτικα.
Με τούτες τις σκέψεις συνέχισα το δρόμο μου
κάτω απ’ την πλατεία. Εδώ τα σπίτια είναι κοντά 16

Τα χαλάσματα του Αϊ Λια, Στο βάθος η Λαγκάδα με το Καπετανάκι, κι' ανάμεσά
τους, μακριά η Ανίνα.

Το σχολειό

K0{/-117017

me;

GeoTOKOU. H E:KKA17atd T17t:; nora/-ltdc;.

o Ar rtwpy 17 c;.

κοντά. Moc ναι, μέχρι ένα σημείο είναι ο ίδιος δρό­
μος που μ’ έφερε στο χωριό. Τον συνεχίζω νότια και,
σε λίγο τα σπίτια αργιώνουν κι αρχίζουν χωράφια
με ελιές. Π ολλές ελιές. Μ εγάλες. Α, να κι’ ένα εργο
στάσιο που βγάζει λάδι. Έ χ ω ξαναδεί.
Κάθομαι στη ρίζα μιας μεγάλης ελιάς. Την κοι­
τάζω και τις γύρω και συλλογιέμαι. Συλλογιέμαι
πως πολλές απ’ αυτές θάναι έξ ι και εφτά αιώνες.
Πόσοι άνθρωποι, που τώρα δεν υπάρχουν ούτε τα
κόκαλά τους, δε μάζεψαν τον καρπό τους; Πόσες
γενιές δεν απολαύσανε τη νοστιμάδα του λαδιού
τους; Εδω σε τούτη τη ρίζα ποσοι δεν θα κάτσαν αποσταμένοι να πάρουν ανάσα; Να μπορούσε η ελιά
να μας πει. Νιώθω μια συγκίνηση που πάει να γίνει
πόνος και μου φέρνει ένα κόμπο στο λαιμό. Λίγα
χρόνια ζουν οι άνθρωποι κι αν ακόμα καμιά φορά
φτάνουν τα εκατό.

Σηκώθηκα. Ο δρόμος μου συνεχίζεται μικρότε­
ρος, έςω πια κι’ από την άκρη του χωριού, στα χ ω ­
ράφια. Τον παίρνω. Σε λίγο ακούω ένα γλυκό θόρυ­
βο. Δυναμώνει καθώς προχωράω. Κελάρυσμα νερού.
Νάμαι μπροστά στο τσιμενταύλακο, που κόβει το δρό­
μο, για να πει στο διαβάτη. Δροσίσου λίγο στο νε­
ρό μου να διώ ξεις την κάψα του καλοκαιριού. Έ ν α ς
πλάτανος στην άκρη του δρόμου και, κάτω στη ρί­
ζα του τ ’ αυλάκι κάνει ένα μικρούτσικο καταρρά­
χτη, που το νερό χύνεται σε μια τσιμεντένια λιμνούλα, για να συνεχίσει τον ήσυχο δρόμο του.
Μια γυναίκα εκεί στην σκιά, πλένει ένα ρούχο
στη λιμνούλα τ’ αυλακιού. Κοντοζυγώνω και την
καλημερίζω. Σηκώνει αο κεφάλι, μου ανταποδίνει
τη καλημέρα και, με ρωτάει λίγο ανήσυχη. Φαίνεσνε ξένη, μήπως χάσατε το δρόμο να σας βοηθήσω;
Της εξηγώ . Α, κάνει και στο πρόσωπό της φαίνεται
ένα χαμόγελο. Καθήστε τότε λίγο εδώ να ξεκουρα­
στείτε στη δροσιά. Εκεί απάνω σε κάτι φύλλα από
πλατάνι έχει ένα σταφύλι. Μ’ ένα φιλόξενο βλέμμα
μου προσφέρνει ένα τσαμπί.
17

Την ευχαριστώ και δεν ξέρω γιατί, κάτι μου
λέει μέσα μου, πως με τούτη τη γυναίκα μπορεί να
γίνουμε φίλες. Σα νά’μαστε και συνομίληκες. Κ ατε­
ρίνα με λένε, της κάνω κι’ έτσ ι θέλω να με φωνά­
ζεις χω ρίς πληθυντικό. Εμένα να με λ ες Δάφνη,
μου απαντάει. Της προτείνω - μια κι’ ακόμα δεν εί­
ναι μεσημέρι - αν θέλει να συνεχίσουμε μαζί το δρό­
μο στα χωράφια. Δ έχετα ι πρόθυμα.
Εδώ ο ορίζοντας είναι πολύ μικρός. Μπροστά
μας στα νότια ορθώνεται ένας λόφος κι’ ένας στα
δυτικά. Νομίζεις, ότι ενώνονται σε ορθή γωνία. Είμ α ­
στε κοντά και στους δυό. Η Δάφνη μου εξη γ εί ότι
στα δυτικά τον λένε Καπετανάκι και στα ποοια του
τελειώνουν τα σύνορα του χωριού κατά κει. Ο δρό­
μος που ανα&αΐνει στην πλαγιά του, μέσα από δεν­
τροφυτεμένα πιότερο χωράφια, αλλά και από λόγκια και σχινα, πουρναρια και κουμαριές, χάνεται
σιγά - σιγα από τη ματιά μας, γ ια να συνεχίσει,
όπως μου λ έει η Δάφνη, τη φιδισια πορεία του στο
δουνο μέσα από πλαγιές, απότομους γκρεμούς, λάκκες, ανοίγματα, ρά χες και λα γκα διές και να ενώ­
σει αλληλοόιάοοχα \<χ χωριά, Λιαντινα - Πολυδίτσα - Γοράνους - βασιλική (Κουρτσούυα) - Ά ρ ν α Σπαρτιά (ι\οτσαντίνα).
Ό λ α γραφικά ορεινά χωριά, με ξεχωριστή ο­
μορφιά η Γίολυδίτσα και η Ά ρ ν α , φτιάχναν άλλο­
τε διοικητικά το Δήμο Φελλίας με πρωτεύουσα τους
Γοράνους. Σήμερα έχουν κι’ αυτά σχεδόν ερημώ­
σει. Στις πλαγιές δε σα λα γά ει ο ζευγολάτης. Στις
κορυφές δεν ακούγεται το τροκανάκι του κατσικιού
κι από τη συναυλία των πουλιών λείπει η φλογέρα
του τσοπάνου.
Σ’ αυτό το Δήμο ανήκε και η Ποταμιά, για να
υπάρχει κι’ ένα χωριό στα πεδινά. Τον άλλο λόφο στα
νόαα τον λένε Λαγκάδα. Εκεί τα σύνορα της Ποτα
μιάς φτάνουν σχεδόν μέχρι την κορυφή. Πολλά από
τα χωράφια στην πλαγιά της είναι
Ποταμίτικα.
Παίρνουμε το δρόμο κατά τα νότια. Εδώ οι Ποταμί
τες το καλοκαίρι καλλιεργούν κήπους και τους πο­
18

τίζουν από τ ’ αυλάκι. Σε λίγο νάμαστε σ’ ένα ξεροπόταμο. Τι ωραία νάτρεχε λίγο νεράκι!
Οι πηγές
του φαίνεται να είναι ψηλά στο βουνό. Πάνω από τη
Λιαντίνα και τους Γοράνους. Το Καπετανάκι με τη
Λαγκάδα δεν ενώσανε, για να του αφήσουν χώρο
να περάσει και να ροβολήσει στα πεδινά. Κατά πως
μου λ έει η Δάφνη τον λένε Γερακάρη. Πάρα πάνω
και πριν μπει καλά - καλά στα πεδινά κραχάει λί-

Σ την ακροποταμιά, κάτω αττ'' το μ εγά λο κοτρώνι, χωμένη
μ έσ τ τη βλάστηση,
μ ό λις διακρίνεται η βρυσούλα

γο νερό το καλοκαίρι. Εκεί κοντά στα σύνορα της
Ποταμιάς με τη Λιαντίνα, που η κοίτη του είναι πο­
λύ στενή, στην αντίπερα όχθη του, είναι και μια πη­
γή. Η βρυσούλα, έτσι τη λένε. Μέχρι τό 1952 που η
Ποταμιά δεν είχε υδραγωγείο κείνα τα σπίτια - τα
Κοκορέϊκα - που είναι στα νοτιοδυτικά του χωριού,
παίρνανε νερό από τη βρυσούλα. Αλλά ο Γερακά­
ρης δεν είναι τόσο άκακος και αθώος, όσο φαίνεται
το καλοκαίρι. Το χειμώνα είναι άγριος. Δεν του αρέ­
19

σει νάχει την ίδια κοίΐη και μέχρι να φύγει από της
Ποταμιάς τα μέρη, τα ορμητικά νερά του όλο τα
πάει από δω κι από κει, παρασέρνοντας τα χω ρά­
φια και τα δέντρα. Είναι ζημιάρης. Π ολλές φορές
δεν άφηνε τους Π οταμίτες να περάσουν αντίπερα,
να πάρουν νερό από ιη βρυσούλα που είχαν ανάγκη.

Ο ερειπωμένος νερόμυλος του μ π ά ρμ π α Πολυζώη
ράκου, νοστα λγεί τ ις π α λ ιέ ς του δόξες

Σω τη-

Ο θυμός του καμιά φορά κράταγε και μια βδομάδα
κι’ έκανε χαλάστρα στις επιχειρήσεις του μπάρμπα
Βαγγέλη του Παπαστράτη του Μυλωνά, που μαζί
με τη γριά του τη θειά Βαγγέλαινα, είχανε μέχρι
τα πρώτα χρόνια, μετά την απελευθέρωση από τους
Γερμανούς, το νερόμυλό τους
αντίπερα, πιό πάνω
από τη βρυσούλα. Μα τα ίδια πάθαινε κι ο μπαρμπα
Γιαννάκης ο ΓΊικολακάκος. Λιαντινιώτης στην κατα­
20

γωγή, είχε το μερτικό του στα Ποταμίτικα αλέσμα­
τα, με το νερόμυλο του δυτικότερα του μπαρμπα
Βαγγέλη. Αποκλεισμένοι τις κακές μέρες κείθε από
το ποτάμι, δίνανε την ευκαιρία να κάνει χρυσές δου
λ ειές ο νερόμυλος του μπαρμπα Πολυζώη ίου Σωτηράκου στη δώθε πάντα, κάτω από τον Αϊ Γιώρνη το σημερινό νεκροταφείο. Τούτοι οι τρεις μυλω­
νάδες, γραφικοί τύποι της εποχής τους, δ ?νανε Γωή
για πολλές δεκα ετίες στην απόμεοη εκείνη χαρά­
δρα, που στο βάθος της κυλάει ο Γερακάρης τα νε­
ρά του. Τώρα όμως άφοβα τον περνάμε. Σε τούτα
τα μέρη, το καλοκαίρι νιώθει κανείς όμορφα. Ε ί­
ναι πολλά δέντρα. Ή μ ερα και άγοια. Ελιές, καρυ­
διές, πορτοκαλιές, συκιές. Στα βαθύσκιωτα πλατά­
νια. Στις κοκιφιές και στις μαμουκαλιές, έχουν
σκαρφαλώσει κλίματα με λαχταριστά σταφύλια.
Τα βαθυπράσινα αραποσίτια τεντώνουν τις κορ­
φές τους για να φτάσουν και να πιάσουν κουβέντα
με τα φύλλα των δέντρων, ενώ οι ηλιαντίδες ψά­
χνουν να βρουν διάβα μέσα από τις φυλλωσιές.
Η Πέρα Μεριά - έτσι το λένε εδώ - είνα> το δρο­
σερότερο μέρος του τόπου της Ποταμιάς. Μόνο που
τη νύχτα είναι σκιαχτερό, καθώς η αστροφεγγιά
χάνεται στα πυκνά φυλλώματα κι’ ο όγκος της Λαγκάδας που σηκώνεται πιο πέρα οίχνει το δικό της
πλάκωμα στο αδιαπέραστο σκοτάδι.

Κατά πως λ έει η παράδοση, που όμως στηρίζε­
ται και σε ιστορικά ευρήματα, η Ποταμιά παλιά
ήτανε χτισμένη εδώ στην Πέρα Μεριά. Ανάμεσα στη
Δαγκάδα και το ποτάμι, γι* αυτό τη λένε και Ποτά­
μιά. Τούτοι δω οι τόποι είναι γιομάτοι από μισοχωμένα θεμέλια, που εμποδίζουν ακόμα και σήμερα
τους Ποταμίτες να οργώσουν τα χωράφια τους. Ό ­
που και να περάσει κανείς εδω θα βρει πολλά τέ­
τοια σημάδια.
Στις ρίζες της Λαγκάδας είναι και κάτι καμά­
ρες που οι αιώνες ακόμα τις σέβουνται. Ό λ ο ι τού­
τοι οι άφωνοι μάρτυρες θέλουν να πουν γ ια ένα χ ω ­
21

ριό που έζησε εδώ. Λέγεται ότι γ ια πρώτη φορά το
χωριό χτίστηκε πριν τετρακόσια τόσα χρόνια. Αλλά
ανάμεσα σ ’ όλα τούτα, ένα Βυζαντινό νόμισμα - ίο
Κωνσταντινάτο - που είχε βρει πριν από πολλά χρό­
νια, όταν δούλευε το χωράφι του εδώ στην Πέρα
Μεριά, ο μπάρμπα Παναγιωτάκης Κυρ. Παπαδάκος,
μπορεί να μαρτυράει ότι η Ποταμιά ήτανε ακόμα
πιο παλαιικό χωριό. Πολλοί Π οταμίτες υποστηρίζουν
ότι η παράδοση θέλει την Ποταμιά χωριό της Βυ­
ζαντινής εποχής. Την άποψη αυτή διατύπωσε, εδώ
και μερικά χρόνια κι’ ο καθηγητής της ιστορίας στο
Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Απόστολος Δασκαλάκης
και ο αείμνηστος Δημήτριος Πλαγιάννης, Γορανί
της την καταγωγή, γενικός γραμματέας και ύστε­
ρα αντιπρόεδρος της Βουλής. Τ’ ακριανά σπίτια
φτάνανε μέχρι τη θέση Λιθακιά κι’ ακόμα στη βό­
ρεια όχτη του Γερακάρη. Μέχρι τη θέση Ζευγολατιό
βρίσκει κανείς και σήμερα παλιά θεμέλια. Έ τ σ ι
βρήκε η Τούρκικη σκλαβιά την Ποταμιά.
Φτάσαμε σ’ ένα ερημοκλήσι. Ά ί Δημήτρης εί­
ναι μου λ έει η Δάφνη. Μπήκαμε μέσα, κάναιιε το
σταυρό μας. Βρήκαμε σπίρτα κι’ ένα μπουκάλι λ ά ­
δι κι’ ανάψαμε τα καντήλια. Τα πηγαίνουν οι Ποτα­
μίτες και πιότερο εκείνοι πούχουν εκεί χωράφια.
Ο Ά ι Δημήτρης ήτανε η εκκλησιά του χωριού,
αλλά και νεκροταφείο. Πάνω από έναν αιώνα τον
είχε νεκροταφείο και το σημερινό χωριό. Επειδή
όμως ήτανε μακριά και το χειμώνα δυσκόλευε κι’ ο
Γερακάρης, χτίσανε τον 'Α ι Γιώργη κοντινότερα
και να μην περνάνε και το ποτάμι. Κάτσααε ' λίγο
εκεί στο πεζουλάκι. Δε μιλάγαμε. Την ησυχία τάρα­
ξε το γρήγορο πέρασμα μιάς σαύρας ανάμεσα στα
κυκλάμινα τα φυτρωμένα πάνω στους παλιούς τά ­
φους. Που λ ε ς και φυτρώσανε γ ια να φέρουν κά­
ποιο μήνυμα από κείνους, που αιώνες κοιμούνται κει.
Οταν κάθεσαι σύρριζα στον τοίχο μιας εοηυ,ικτις εκκλησούλας, που κάποτε ήτανε και νεκροαταφείο δε
μιλάς. Τα λόγια δεν αρκούν. Τί να π εις; Δεν έχεις
τίποτα να π ε ις ! Συλλογιέσαι μόνο και νιώθεις ένα
σφίξιμο στην ψυχή κι, αν κανείς σε ρωτήσει είσαι
22

ευχαριστημένος άνθρωπε που γεννήθηκες; Δεν α ­
παντάς, για τί φοβάσαι μήπως πείς όχι. Οι τάφοι βλέπεις σ’ αναγκάζουν να ξεχνάς τις έγνοιες της εν ή ­
μερης ζωής, και να βασανίζεσαι από το αιώνιο,
άγνωστο κι’ άλυτο πρόβλημα του θανάτου. Που ενώ
όλοι είμαστε απειθάρχητοι σ’ αυτόν, ξέρουμε καλά
ότι είμαστε σίγουροι υπήκοοι του.

Σηκωθήκαμε κι, αμίλητες πήραμε το δρόμο του
γυρισμού. Ο ήλιος είχε ανέβει κάμποσες οργιές. Ο
μπάρμπα Μήτρος κι’ η θειά Μήτραινα είχανε ανησυ­
χήσει. Μα σαν τους είπα τα νέα μου, δείξανε πολύ
ευχαριστημένοι. Τώρα μάλιστα που βρήκα και φι­
λενάδα, θα είχα και καλή συντροφιά. Ξ έρεις κάτι
Κατερίνα, είπε ο μπάρμπα Μήτρος, η Δάφνη διαβά­
ζει και βιβλία. Ξέρει και γράμματα και, γ ια ιον τό­
πο μας γνωρίζει πολλά πράματα. Ναι τόσα μούχε
πει όταν είμασταν εκεί στην Πέρα Μεριά. Αλλά να
μένω και στο δικό τους σπίτι όχι όλο στης Δάφνης
Ό τα ν την ανθρώπινη αγάπη τη νιώθεις να σ ’ α γκα ­
λιάζει έτσι δυνατά, αληθινά. Οταν σου εκδηλώνε­
ται αβίαστα και όχι για τί οι κανόνες το λένε. δε λ ες
ευχαριστώ. Είναι τόσο φτωχή η λέξη. Τώρα πια λ ε ς
και το συμφωνήσαμε. Το πρωΐ με τη δροσιά στα γωράφια. Το βοάδυ μαζί με τους Π οταμίτες στην πλα­
τεία τους. Μ’ αρέσει. Ό σ ο κακοτράχαλος κι ocv εί­
ναι ο δρόμος μιας ανηφοοιάς, όταν τον ανεβαίνεις
πρωΐ με τη δροσιά σου φαίνεσαι εύκολος. Τις ώρες
που τα λόγκια σου προσφέρνουν χω ρίς τσιγκουνιά
τ απαλό τους αεράκι.
Ό τα ν της αγράμπελης το άρωμα είναι ολούθε
άφθονα χυμένο και τα πουλιά σ’ ένα χαρούμενο ξεφάντωμα θαρρείς και σου αφιερώνουνε το μεθυστι­
κό τραγούδι τους. έγει κουράνια η στράτα σου. Δε
λιγοψυχάς, προχωράς. Νιώθεις σα να σούρχεται
ένα μήνυμα αισιοδοξίας, θάρρους κι’ ελπίδας από
την ίδια σου την ψυγή, γ ια να σου πει. ιιη δειλιάζεις.
Ανηφορικός είναι ο δρόυος της £ωής. Ό χ ι όμως και
αδιάβατος, αν την αγαπάς τη ζωή. Αν αγαπάς το συ­
23

νάνθρωπό σου, δηλαδή εσένα. Τούτη δω η πλαγιά
της Λαγκάδας είναι μεγάλη. Ο ι τόποι της έχουν δι­
κά τους ονόματα.


Αλλού δλέπεις χωράφια με ελιές, συκιές, αχλα­
διές κι’ αλλού, τα πιο πολλά είναι λόγκια. Βρεθήκα­
με στο Κουμαρχώρι. Εδώ έχει αμπέλια και συκιές.
Τα σταφύλια και τα σύκα έχουν αρχίσει να γίνον­
ται. Φτάσαμε σε κάτι γκρεμίσματα. Μια καμάρα και
στη συνέχεια μια μικρή στοά που στα 5 - 6 μέτρα
σταματάει χωμένη. Απάνω και γύρω λοφάκια από
πέτρες και χώματα, μαρτυράνε χαλάσματα, σκεπα­
σμένα από τα πουρνάρια και τις κουμαριές. Κάπου
εκεί πάνω κάτσαμε.
Μπροστά μας, στις ρίζες της πλαγιάς, ο Γερακάρης
τραδάει το δρόμο του και κείθε απλώνεται ο μικρός
κάμπος της Ποταμιάς. Το δλέμμα σου από δώ αμπόδι-

Οταν τ α

24

νερά του Γερακάρη,
σ το Α σ τρ ά κ ι,
στούν τη θά λα σ σ α

αντικαθι­

στα προχωράει μακριά στη γη της Λακεδαίμονας.
Τι όμορφα φαίνεται οπτό δω πάνω η Π οταμιά! Η
πλατεία της κι οι δρόμοι της ξεχωρίζουν. Ά ρ α γ ε
εδώ το λένε Κουμαρχώρι επειδή είναι πολλές κουμα­
ρ ιές; Μπορεί. Τούτα τα γκρεμ ίσμ ατα; Κατά την πα­
ράδοση, εξη γεί η Δάφνη, ήτανε πύργος. Ακόμα τον
λένε ο πύργος του Κουμαρχωριού. Σ’ αυτόν καθότα­
νε ένας Τούρκος αγάς, ο Καψαμπέλης. Από δω ψηλά
καμάρωνε το τσιφλίκι του, που απλωνόταν πέρα από
το Γερακάρη κι’ έδινε φιρμάνι στους ραγιά δες για
τη δουλειά. Οι Π οταμίτες κείνα τα χωράφια και σή­
μερα τα λένε Καψαμπέλια. 'Α λλοι λένε πω ς στα χω
ράφια του ο Τούρκος α γά ς είχε όλο αμπέλια. Κά­
ποιο καλοκαίρι η δυνατή ζέστη τάκαψε κι έγιναν τα
καμένα αμπέλια. Τα Καψαμπέλια. Έ τ σ ι οι ραγιά­
δες παρονομάσανε τον αγά του Κουμαρχωριού Καψαμπέλη. Μα ακόμα μιλάνε και γ ια έναν άλλο α γά
του Κουμαρχωριού, τον Καραμέρο.
Ό τα ν σε τούτον εδώ τον Πύργο καθότοτν ο Καραμέρος στον άλλο πύργο που ήταν στο χωράφι
που σήμερα το λένε Παλιόπυργα καθόταν ο α γά ς
Κακίμπεης. Τούτος είχε και λιοτρίβι στο Ζευγολατιό που δεύλευαν οι χριστιανοί ραγιάδες. Κάποτε
μάλιστα που είπαν στους Τούρκους αφεντάδες, σή­
μερα είναι του Αϊ Σπυρίδωνα και δεν κάνει να δου­
λέψουμε, κείνοι γέλασαν. Τι λ ε ς μωρέ έχει και το
σπυρί γιορ τή ; Μα δεν πρόφτασαν το λόγο τους να
τελειώσουν κι’ έσπασε η ξύλινη γούρνα και χύθηκε
όλο το λάδι. Τον άλλο χρόνο ρώταγοίν: ρε γκιαούρη,
πότε είναι κείνο το σπυρί να μη δουλέψουμε; Οι χρι­
στιανοί είχανε το θαύμα τους. Η πίστη τους ήτανε
μεγάλη και στο θ ε ό τους και στο δίκιο τους. Το πή­
ραν απόφαση. Κείνο τον πύργο του Κακίμπεη θα τον
γκρεμίσουν. Ό π ω ς και τ ’ όνομα του το λ έει ξεχώ ρ ι­
ζε για την σκληράδα του. Του χρειάζοταν λοιπόν.
Κάθε νύχια σκάβανε από τα βόρεια μέσα στη γη
κρυφό δρόμο, θ α φτάνανε κάτω από τα θεμέλια του
χωρίς κανείς να τους ξέρει. ' Ετσι μια νυχτιά ο πύρ­
γος σωριάστηκε σε χαλάσματα κι’ έγινε από τότε
ο Παλιόπυργας.
25

Ο κρυφός δρόμος χώθηκε με τους αιώνες και σή­
μερα είναι μια μικρή στοά 4 - 5 μέτρα, η Μίνα. Ενα
μικρό κομμάτι εκείνων των χωραφιών το λένε στου
Κακίμπεη, για να θυμίζει πάντα πόσο βαριά είναι η
σκλαβιά. Έ γ ιν α ν έτσ ι; Ποιός ξέρ ει; Αυτά είναι
λεπτομέρειες για να τα γράψει η επίσημη ιστορία,
που βρίσκει ένα γενικό χαρακτηρισμό γ ι’ αυτές τις
αντιδράσεις. Ό π ω ς α ς πούμε αντίσταση του λαού.
Αφήνει τη φροντίδα στην παράδοση και οι άνθρωποι
από στόμα σε στόμα δεν αφήνουν να σβήσει η ιστο­
ρία του τόπου τους. Ο αγώνας ενάντια στη λησμονιά είναι μια σπουδαία και αξιοθαύμαστη
μορφή
λαϊκής αντίστασης. Είναι οι συνδετικοί κρίκοι του
χθες με το σήμερα.
Καθάριο πρωινό. Η Ποταμιά ε«χε αρχίσει να ξυ ­
πνάει. Η Λαγκάδα απέναντι ντυμένη στο κυπαρισσένιο φουστάνι της στέλνει το δροσερό μυρωμένο
από τα λόγκια αεράκι της κι η ματιά ξεκουράζεται
καθώς πλανιέται στη φαρδιά πλαγιά της. Σιγά - σι­
γά η φορεσιά της γίνεται πολύχρωμη σαν οι πρώ­
τες ακτίνες της λένε καλημέρα. Τα καλλιεργημένα
χωράφια αρχίζουν να ξεχωρίζουν από τα λόγκια.
Είνα η ώρα που οι σκιές των δέντρων φαντάζουν
γίγαντες που ξαποσταίνουν.. Ό λ ο ς κείνος ο πρά­
σινος κόσμος που ζει εκεί, έχει δια λέξει τον αρχηγό
του. Αλλά τον διάλεξε από άλλη γενιά, πιότερο μα­
κρόβια από τη δική του. Τούτο το κοτρώνι στη μέ­
ση της πλαγιάς - στη Γριμπίνα - έχει το μύθο του.
Είναι ο νεραϊδοκότρωνας, λ έει η θειά Μήτραινα που
μπαινοβγαίνει στο χαγιάτι γ ια το πρωϊνό συγύρι­
σμα του νοικοκυριού της.
Μέσα του είχανε το βασίλειό τους οι νεράιδες
κι’ ορίζανε την τύχη κείνων που κάθονταν μπροστά
στις ρίζες της Λαγκάδας. Μα αν ο μύθος λ έει για
τις νεράιδες και το νεραϊδοκότρωνα τους, η Ιστο ­
ρία θα ήθελε να ειπεί, αν κάποιος είχε χαράξει λ ί­
γ ε ς γραμμές, για κείνο το εκκλησάκι που είναι κεί­
θε πάνω στην κορφογραμμή που ανταμώνουνε τα Πο
26

5

ταμίτικα με τα Ταραψιώτικα. Τούτος ο Ά ι Γιαννάκης φαίνεται νάναι το παλαιικότερο εκκλησάκι της
περιοχής. Οι τοίχοι του μοιάζουν σα νάναι κτισμέ­
νοι με πέτρες χω ρίς λάσπη. Κι’ όμως, ακόμα κι η καμπυλωτή πέτρινη σκεπή του αντέχει στους αιώνες.
Η σκέψη πλανιέται, ξεμακραίνει και με βοηθούς
τα λίγα της παράδοσης και πιότερο τη φαντασία,
αγωνίζεται ν’ ανοίξει δρόμο, μονοπάτι, μέσα στα
βάθη του μακρινού παρελθόντος. Και με τα δικά
της μάτια να ιδεί τους λίγους ίσως ανθρώπους της
περιοχής, τους άτεχνους, που η πίστη μόνο τους έδω ­
σε φώτιση να φτιάξουν τούτο το δύσκολο γ ια τα μέ­
τρα τους έργο. Διαλέγοντας τον παντέρημο κι’ α ­
πόκρυφο μέσα στα λόγγια κει πάνω τόπο, για να το
φυλάξουν ποιός ξέρ ει από ποιούς εχθρούς της επο­
χής τους.


Το βαρύ πάτημα του μπάομπα Μήτρου ακούστηκε στην αυλή και σε λίγο Φάνηκε στο κεφαλό­
σκαλο. Η θειά Μήτραινα στο κάλεσιαα του κύρη της
ειν’ όλο προθυμάδα. Μας ποότεινε άν θέλαα,ε να πη­
γαίναμε μαζί του στον κήπο. Τούτες τις ω ρες με τη
δοοσιά του πρωινού το χωριό αδειάζει κι’ ο κόσμος
χύνεται στα γωράΦια του.
Ό τα ν ζείς μέσα στις μικρές κοινωνίες των γωριών με τους λίγους ανθρώπους όπου όλα σε βοηθά­
νε να Γήσεις ανάλαΦοα, δεν μποοείς ν’ οοτοΦύγεις
τη σύγκριση με τη £ωή στις πόλεις και ιδ'α<τεηα
στις μενάλες. Η πόλη σήαερα ποοσφέρει ακόμη και
στον τελευταίο κάτοικό της αοκετά από τα πλικά
αναθά της σύνγρονης, της «τεγνολονικής προόδου»
και όλα τα «ελέη» της κοινωνικής εξέλιξη ς.
Κι’ όιιως πολλές φορές νιώθεις βάρος ασήκωτο
να πλακώνει τη ψυχή σου και μια σκληρή μοναΡιά
να σε τυλίνει, ενώ βρίσκεσαι ανάμεσα σε γιλιάδες
κόσμο. Τούτη την Ψυγική καταπίεση, αποτέλεσιια κά
θε ιιοοΦής αντιανθοώπινης συμπεριφροάς, 6 cv την
αισθάνεσαι στο χωριουδάκι με τις λ ίγ ες εκατοντά­
δες ψυχές. Εδώ οι άνθρωποι είναι δεμένοι μεταξύ
27

τους. Χωρίς το τείχος αποξένωσης που χω ρίζει ακό­
μα και τους κατοίκους της ίδιας πολυκατοικίας *
για παράδειγμα - οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι πο­
λιτισμένοι, εξελιγμένοι.
Εδώ οι χα ρές κι’ οι λύπες μοιράζονται. Έ τ σ ι οι
πρώτες γίνονται μ εγαλύτερες κι’ οι δεύτερες ελα ­
φρότερες. Η ανθρωπιά είναι χειροπιαστή. Οι γέροι
και οι γερόντισσες του χωριού ακόμα κι’ όταν δεν
είναι συγγενείς σου, για σένα το μεγάλο είναι ο
μπάρμπας και η θειά, γ ια τους νέους ο παππούς και
η γιαγιά. Τους νιώθεις σαν δικούς σου κι εκείνοι το
ίδιο. Ό που να τους δεις αισθάνεσαι την υποχρέωση
αλλά και την ευχαρίστηση να τους δ είξεις αγάπη
και σεβασμό. Στην πόλη είναι ο κύριος και η κυρία
κι’ αμέσω ς φροντίζεις να είσαι τυπικά ευγενικός, πο
λιτισμένος. Έ τ σ ι σε θέλουν οι κανόνες καλής συ­
μπεριφοράς. Στο βωμό τους θυσιάζεται η ζεστασιά
της ανθρώπινης σχέσης .


Σαν τελείω σε το πότισμα του κήπου του, ο μπαρ
μπα Μήτρος ξάπλω σε κάτω στον παχύ ίσκιο μιας
μεγάλης μουριάς. Έ β α λ ε για μαξιλάρι ένα δεμάτι
χορτάρι κι’ έβ γα λε βαθύ ανεσταναγαό. Σαν τι στο
νου σου έχεις μπαρμπα Μήτρο; Τον ρωτάω, ενώ
σκεφτόμουνα ότι τούτος ο λεβεντόγερος, που τα
ογδόντα χρόνια δεν κατάφεραν να κυρτώσουν την
κυπαρισσένια κορμοστασιά του, στα νιάτα του θάταν σωστό παλικάρι. Χάϊδεψε τη γενειάδα του. έ ­
στριψε το μουστάκι του, ανακούμπησε στη ρί£α της
μουριάς κι έριξε το κοφτερό του βλέυμα μακοιά.
— «Περνάνε τα χρόνια κυρά μου γρήγορα», είπε.
Και ξετυλίγοντας το κουβάρι της θύμησης, άρ­
χισε σαν σε μονόλογο να μιλάει για τα περασμένα.
Ή ταν μια ώρα από κείνες που ο άνθρωπος νιώθει
την ανάγκη να μιλήσει για τα χρόνια που φύγανε.
Ό χ ι μόνο για να τ ’ ακούσει κάποιος άλλος, αλλά
περισσότερο γ ια να τ ’ ακούσει ο ίδιος κι’ ας είναι
σίγουρος ότι τούτες οι θύμησες θα του φέρουν και
πόνο. Κάπου στα βάθη της ψυχής του θέλει να πο­
28

νέσει / Ε τσ ι κι’ ο μπάρμπα Μήτρος θυμάται, θ υ μ ά ­
ται τα παιδικά του χρόνια, θ υ μ ά τα ι σαν μεγάλωσε.
Παλικάρι πιά. Οταν τις γιορτάδες όλοι οι λεβέν­
τες φόραγαν τις κάτασπρες καλοσιδερωμένες φουστανέΑες νους με τη χρυσοκέντητη φέρμελη και το
μεταξωτό μαντήλι να κρέμεται από το πέτσινο σελά ­
χι και βγαίναν σεργιάνι. Καμάρι των γονιών το υ ς!
inα περισσότερο τους κρυφοκαμάρωναν οι κοπελιές
κι ας ρίχναν κάτω το βλέμμα τους σαν τυχαινε στο
δρόμο ν απαντηθούνε.
θυμάται όταν τα χειμωνιάτικα βράδια μαζεύον­
ταν γυρω στ' αναμμένο τζάκι, έτρωγαν τα συκοκάρυόα κι’ έπιναν το ρακί τους, με τους γερόντους κα­
θισμένους πάνω στο τραγίσιο σάγισμα εκεί στο παραγώνι να τους διηγούνται τις ιστορίες του τόπου
τους όπως κι3 εκείνοι τις είχαν ακούσει.
Η Ποταμιά στη σημερινή τη ς θέση χτίστηκε κα­
θώς λένε, πολλά χρόνια πριν γίνει ο εθνικός ξεσηκω
μός του 1821. 'ϋ ν α ς από τους ονομαστούς αδερφούς
αγωνιστές του Μωριά της περίφημης οικογένειας
των Μεδίκων, που ηταν στρατηγοί και γιατροί - γ ι’
αυτό και τους ονόμασαν Γιατράκους - έχτισ ε το 1770
ένα πολεμικό πύργο με τρία πατώματα στην καλύτε­
ρη θέση του τόπου που διάλεξαν για να γίνει το και
νυυργιο χωριό. Στο ψηλότερο πάτωμα, στην κάθε γα>
νιά του ήταν χτισμένο κι’ από ένα καζάνι. Μέσα κει
βράζαν νερό και καυτό τόχυναν σ’ όποιον με, κακές
οκέψεις πήγαινε γ ια τον πύργο. Αλλά και πολεμότρυπες, ήταν γιομάτοι οι τοίχοι. Για κείνη την επο­
χή ο πύργος του Γιατράκου αποτελούσε ένα άριστο
οχυρό για τους Ποταμίτες. Ή ξερ ε καλά τη δουλειά
του ο οπλαρχηγός. Ε ίχε κι’ άλλο πύργο στην Κουρτσούνα. Κοντά εκεί στον πύργο - συνεχίζει ο μπάρ­
μπα Μήτρος - άρχισαν σιγά - σιγά να μαζεύονται
οι Ποταμίτες, αφήνοντας την αποσκιάδα της Π έ­
ρα - Μεριάς. Ακόμα κι’ όσοι είχαν σκόρπια τα σπί­
τια τους - στη Λιθακιά, στο Ζευγολατιό, στα Κα­
ψαμπέλια. Κι’ από τη Βίγκλα, θέση, που απέχει τέσ ­
σερα - πέντε χλιόμετρα, από το παλιό κι’ από το νέο
χωριό.
29

Πρώτοι κάτοικοι του καινούργιου χωριού, που
είναι και οι παλιότεροι — σύμφωνα με την παράδο­
ση — της άλλης Ποταμιάς, εκείνης της Πέρα — Με­
ριάς, είναι οι οικογένειες των Καμίτσηδων, των Πλαγιανναίων των Ηλιοπουλαίων, των
Σουρτζαίων,
καθώς και των Μουσουραίων και των Ρετζαίων
(Τσαγκάκηδων, όπως τους παρονομάζανε), που ήρ­
θαν από τη Βίγγλα.
Τούτο, λοιπόν, το καινούργιο χωριό, που άρχισε
να στεριώνει, είχε πολλά προβλήματα να αντιμετω­
πίσει. Γι’ αυτό τα σπίτια — χαμηλά όλα — χτίζονται
συνέχεια το ένα στο άλλο. Στο μεσότοιχο άφηναν
ένα πολύ μικρούτσικο παραθυράκι, γ ια να μπορούν
να στέλνουν μήνυμα από σπίτι σ ε σπίτι, όταν ήταν
ανάγκη, χω ρίς να βγαίνουν έξω. Με οδηγό πάντα τη
σκέψη πώς να φυλάξουν καλύτερα τη ζωή τους και
το βιός τους από κάθε κίνδυνο, οι Π οταμίτες έχτισαν
το καινούργιο τους χωριό σε σχήμα ορθογώνιου πα­
ραλληλόγραμμου. Το χωριό πήρε σιγά - σιγά αυτό
το σχήμα, όταν τα σπίτια του άρχισαν να χτίζονται
από τη μια και από την άλλη πλευρά του Πύργου. ' Ε ­
τσι, όταν ολοκληρώθηκε, ο Πύργος δέσποζε σ’ όλο
το χωριό, αφού μαζί με κάτι χαμηλά και μικρότερης
βέβαια σημασίας οχυρά — γύρω στα θεμέλιά του —
έπιανε ολόκληρη περίπου τη βορεινή πλευρά που
ήταν η μία από τις δυό μικρές πλευρές του παραλλη­
λόγραμμου και σε κάπως ψηλότερο μέρος.
Μια πόρτα στη δυτική πλευρά του Πύργου έ ­
βγαζε βόρεια, για να πάνε οι Π οταμίτες στην εκκλη­
σία τους. Ο Δ ϊ - Δημήτρης στην Πέρα Μεριά, ήταν
τώρα μόνο Νεκροταφείο. Την εκκλησιά τους την έχ τι­
σαν λ ίγ ες δεκάδες μέτρα βόρεια του Πύργου. Την
αφιέρωσαν στην Κοίμηση της Θεοτόκου και το Δεκαπενταύγουστο, στη μνήμη της, βάφτιζαν πολλά
παιδιά και τα ονόμαζαν Παναγιώτη ή Παναγιώτα.
Μέχρι και σήμερα σε κάθε φαμελιά υπάρχει κάποιος
Παναγιώτης ή κάποια Παναγιώτα.
Δυό πόρτες ακόμα, μία στην κάθε γωνιά της
απέναντι από τον Πύργο πλευράς — της Νότιας —
έβγαζαν η μία νοτιοανατολικά και η άλλη νοτιοδυτι­
30

κά. ’Έ τσ ι, το βράδυ σαν γύριζαν από τη δουλειά
τους, μπάζανε τα ζωντανά τους μέσα, κλείνανε τις
Ίρ είς μ εγά λες πόρτες, τις ασφαλίζανε με τ ις βα­
ριές σιδερένιες αμπάρες, και με τον Πύργο για τις
πολύ δύσκολες ώρες, νιώθανε σιγουριά.



Η παράδοση λέει, ότι κατά τις τελευτα ίες δεκαε­
τίες της Τούρκικης σκλαβιάς, το καινούργιο χωριό
είχε πολύ προκόψει. Οι Ποταμίτες είχαν αποκτήσει
μεγάλο βιός, από λιόλαδο, στάρια και ζωντανά. Τού­
το γινόταν αφορμή να μαλώνουν συχνά με τους Τούρ­
κους αγάδες της περιοχής. Δε δέχονταν οι Ρωμιοί να
διαφεντεύουν άλλοι τις σοδειές τους.
Στη διάρκεια του ιερού αγώνα, οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στο χωριό. Ο Πύργος, από τα καλύτερα
οχυρά κείνης της εποχής, λ ίγ ες ζημιές έπαθε. Κάη­
καν όμως πολλά σπίτια απ’ αυτά που φιιάχναν το πα­
ραλληλόγραμμο σχήμα του χωρίου και μερικά μο­
ναχικά πού ήτανε απ’ έξω .
Από κείνα τα μοναχικά, σήμερα σώζονται δύο.
Κείνο το χαμηλό που τώρα ανήκει στους αδελφούς
Σταύρου Πλαγιανού, παιδιά του μακαρίτη του γεροΣταυρή, όπως τον έλεγαν, κι’ άλλο ένα — χαμηλό
κι’ αυτό —- αλλά που παράπλευρό του και στο μ εγα­
λύτερο μέρος του, εδώ και πολλές δεκα ετίες, είναι
χτισμένο ψηλό σπίτι που ανήκει στους αδελφούς Μασουρα, γιούς του μακαρίτη μπαρμπα Ντίνου. Τούτο
μάλιστα το χαμηλό σπιτάκι, κρατάει κάποια ξεχ ω ­
ριστή θέση στη μικρή ιστορία της Ποταμιάς.
Ό τα ν η Τουρκιά έφ ευγε όπως - όπως, για να
γλυτώσει από τη δίκαιη οργή και το εκδικητικό ξ έ ­
σπασμα του επαναστατημένου σκλάβου, αφήνοντας
πίσω της ακόμα και το φαί, στα πιάτα — καθώς λ έει
η παράδοση — μέσα σε κείνον τον πανζουρλισμό, ξέμειναν δώθε - κείθε μερικοί Τούρκοι. Ανάμεσά τους
και μια εικοσάχρονη Τουρκοπούλα. Κρυμμένη μέρες
ολόκληρες μέσα σε μια μεγάλη τούφα από σχίνα,
κάπου κεί που είναι σήμερα το σπίτι του Βαγγέλη
Παπαστράτη. Διψασμένη, πεινασμένη, άϋπνη, κακο31

μοιριασμένη από την απλυσιά και παραλυμένη από
το φόδο, ένιωθε κοντά το τέλος της.
Κάποια μέρα, η αδύναμη φωνή της, σαν απόηχος
ακούστηκε: «Πανάγο, Πανάγο, σώ σε με, θα πεθάνω,
θα με σκοτώσουν».
Σταμάτησε το παλικάρι, σαν του φάνηκε πως
άκου σε τ ’ όνομά του.
«Σώσε με, Πανάγο μου», ακούστηκε ξανά το παρακάλι για τη ζωή. Κι’ ο Πανάγος ο Μασούρας, τρά ­
βηξε κατά τις τούφες τα σχίνα. — Μηχάνη, εσύ εί­
σαι δώ;
Κείνη τη στιγμή, λ έει με περηφάνεια η θειά Μήτραινα, που — καθισμένη σιμά στο γέρο της και γνέ­
θοντας τη ρόκα της, συμπλήρωνε κι’ εκείνη με όσα
είχε ακούσει για την ιστορία του χωριού της — στην
ψυχή του παλικαριού, τη θέση της εκδίκησης για
τον τύραννο, την πήρε η γενναιότητα και η αν­
θρωπιά για τον ανήμπορο, τον αδύνατο. Πήρε μα­
ζί του τη Μηχάνη και την παρέδωσε στη μάνα του
να τη φροντίσει και να τη φυλάξει από κάθε κίνδυνο.
Δόσε μας, Πανάγο, τη Μηχάνη, τούλεγαν και του
ξανάλεγαν οι εξαγριωμένοι, που κάθε τόσο φτάνουν
στην αυλή του, να της κόψουμε το κεφάλι, να δείς
πως θα χορεύει. Ή ρεμ α αλλά αποφασιστικά, το πα­
λικάρι απαντούσε: Τους αδύναμους δεν τους σκο­
τώνουν. Τή Μηχάνη θα την κάνω χριστιανή.
Βαφτίστηκε η Μηχάνη με παπά σε μιά γούρνα
νερό στην απάνω Λαγκάδα. Έ γ ιν ε χριστιανή, παν­
τρεύτηκε με Ποταμίτη κι’ άφησε παιδιά και εγγόνια.

Η Δάφνη ξαφνιάστηκε ικανοποιημένα ακούγοντας
όσα για το χωριό της είχα μάθει. Και με τη σειρά
της, άρχισε να μου εξηγεί. Ξέχω ρα από την παράδο­
ση και τις όποιες ά λλες πηγές σχετικά με την ιστο­
ρία της Ποταμιάς, αν ξεκινήσει κανείς από το γ εγ ο ­
νός ότι οι παππούδες των γερόντων που ζουν σήμερα
και είναι γύρω στα ογδόντα χρόνια, ήτοτν νέα παλι­
κάρια αγω νιστές τον καιρό του ιερού αγώνα, θα δεί
πως όσα έχουν φτάσει μέχρι αυτούς τάχουν ακούσει
32

0 rrapaooataK6c; aocppdc; pe ro ucpavr6 rparre~opdvrryAo.

o Ai" l!.rypryrpryc; . Iro {36.8oc;

17 1\ayKdoa.

0 (epaKdpryr; au] Beary nAardva .

nryydot JJE:

ra auvepyd rou a ' oAdvBtarry auArj

ή από τους ίδιους τους παππούδες τους ή από τους πα­
τέρ ες τους και κείνοι προηγούμενα από τους δικούς
τους.
Αυτή, λοιπόν, η φωνή που ζωντανή και ξεκάθαρη
περνάει μέσα από τρ είς γενιές κι επαναλαμβάνεται
κι επιβεβαιώνεται ακόμα από τους λίγους πρεσβύτες,
έχει σίγουρα ιστορική βάση.
Βάζοντας, λοιπόν, κάποια σειρά σ εκείνα που
μέχρι τ ις μέρες μας φτάνουν, έχουμε μπροστά μας
μια αρκετά καθαρή εικόνα του χωριού για τα χρόνια
του απελευθερωτικού ξεσηκωμού και αμέσω ς στερνά
με πολλές ιστορικές αλήθειες. Έ τ σ ι , για την Ποτα­
μιά, ύστερα από το κάψιμο πολλών σπιτιών της από
τους Τούρκους — όπως ο μπάρμπα Μήτρος διηγεί­
ται, συμπληρώνει η Δάφτη — και ίσως περισσότερο
από τα άγρια μπουλούκια του παρανοϊκού εκείνου
Ιμπραήμ, έπαψε η αρχική της κατασκευή ν’ αποτελεί οχυρό για τους κατοίκους της.
'Α λλω στε, τώρα με το χάραμα της λευτεριάς,
όσα απομεινάρια οχυρών υπήρχαν, περνάγανε στην
ιστορία και οι γενιές η μιά μετά την άλλη, θα είχαν
την ιερή υποχρέωση να φροντίζουν τη διατήρησή τους
για να είναι η παρουσία τους ασίγαστη φωνή δόξας
και αστείρευτη πηγή μνήμης στο πέρασμα του χρό­
νου.


Θα πρέπει, λοιπόν, χρονολογικά, οι πρώ τες με­
ταβολές νάγιναν τότε, αφού γκρεμίστηκαν οι τρείς
πόρτες κι έγιναν δρόμοι. Σήμερα, ο ξένος που θα
πάει στην Ποταμιά, τίποτα από μόνος του δεν μπορεί
να ξεχω ρίσει από το παραλληλόγραμμο σχήμα του
χωριού.
Η Δάφνη μούδειξε τις τρείς σειρ ές τα σπίτια που
είναι τ’ απομεινάρια από τις τρείς πλευρές του πα­
λιού χωριού και τις θέσεις που ήταν οι τρ εις πόρτες.
Η πόρτα της κορυφής στη δυτική πλευρά του πύρ­
γου - όπως κι’ αλλού αναφέρουμε - έγινε δρόμος για
να συνεχίσουν οι κάτοικοι του χωριού να πηγαίνουν
βόρεια και κυρίως στην εκκλησιά. Σήμερα είναι
33

ένα μικρό ιδιωτικό δρομάκι ανάμεσα στον Πύργο
και στο σπίτι του Γιάννη του Παπαδάκου. Οι πόρ­
τες της απέναντι από τον Πύργο πλευράς, εκείνη
πούβγαζε ανατολικά είναι σήμερα ένας από τους
κεντρικούς δρόμους του χωριού ανάμεσα στα σπί­
τια, του Προκόπη Παπαδάκου και των κληρονόμων
του Κ. Τσιριγώτη. Στη θέση κείνης που οδηγούσε
δυτικά, πριν από κάμποσες δεκα ετίες χτίστηκε ψη­
λό σπίτι που ανήκει στους κληρονόμους του Ηλία Σι­
μιτζή (Χ ατζή). Μα όπως λένε, τότε μαζί περίπου με
το γκρέμισμα στις πόρτες, για να βολεύονται οι ΠοΊαμίτες να πηγαίνουν στα χωράφια τους άνοιξαν
τρεις ακόμη δρόμους, ένα στην κάθε πλευρά. Το
σοκάκι για ανατολικά, δυτικά το δρόμο που σήμε­
ρα πάει στα Ρεντζέϊκα και νότια αυτόν που σήμερα
ξεκινάει από την πλατεία και είναι ο κεντρικότερος
του χωριού. Τούτοι οι τρεις δρόμοι πρώτοι χαλάσα­
νε τη συνέχεια που είχαν τα σπίτια της κάθε πλευ­
ράς. Μα δε γινόταν αλλιώτικα. Τώρα το χωριό με­
γάλωνε και τα σπίτια άρχιζαν να χτίζονται περισσό
τερα έξω πια από το παλιό σχήμα και μερικά μέσα
σ’ αυτό.
Η σειρά με τα σπίτια της δυτικής πλευράς, υ­
πάρχει ακόμη και σήμερα σχεδόν ολόκληρη. Από το
χαμηλό σπίτι των κληρονόμων του Γεωργίου Κ. Πα­
παδάκου φτάνει μέχρι του Ηλία Σιμιτζή (Χ α τζή).
Η ανατολική πλευρά έχα σε περισότερο την πα­
λιά της μορφή όταν πριν από 60 περίπου χρόνια ο
Παναγιώτης ΓΊ. Παπαδάκος, (ο μπαρμπα δήμαρ­
χος) έχτισε ψηλό σπίτι κι’ άνοιξε μαζί με τον ξά δερ­
φό του τον Κώστα Κ. Παπαδάκο (το μπάρμπα Κώνσο) καινούργιο μεγάλο δρόμο γ ια την εκκλησία
Έ ν α κομμάτι λοιπόν της ανατολικής πλευράς υ­
πάρχει μέχρι σήμερα, από το σοκάκι μέχρι το σπίτι
των κληρονόμων του Κώστα Τσιριγώτη. Σ ’ αυτό το
κομμάτι οι τοίχοι των σπιτιών είναι οι ίδιοι που
πρωτοχτίστηκαν και μόνο οι σκεπές έχουν σε πολλά
αλλάξει.
Η νότια σειρά έχει α λλά ξει ολόκληρη. Έ χ ο υ ν
χτιστεί καινούργια σπίτια όλα όμως στη θέση των
34

παλιών. Έ τ σ ι από το σπίτι του Προκόπι Παπαδάκου με μια διακοπή από τον κεντρικό δρόμο νότια
της πλατείας φαίνεται η σειρά μέχρι το σπίτι των
κληρονόμων του Στυλιανού Σιμιτζή. Τούτο δε το τ ε ­
λευταίο είναι το μοναδικό σπίτι αυτής της σειράς
που υπάρχει χω ρίς νάχει πάθει καμιά μεταβολή.


Το πρώτο επίσημο ιστορικό στοιχείο που μαρτυράει ότι η δώθε από το ποτάμι - η σημερινή - Πο­
ταμιά είναι πια ένα οργανωμένο κι’ άξιο χωριό με
κατοίκους ικανούς να πάρουν κάποια θέση στα δη­
μόσια πράγματα μπορούμε να το βρούμε ξεφυλλί­
ζοντας τις εφημερίδες της Κυβερνήσεως των μέσων
του περασμένου αιώνα. Στο Φ.Ε.Κ. της 18 Αυγούστου 1853 διαβάζουμε:
Παράρτημα ενόρκων.
Κατάλογος των εχόντων προσόντα ενόρκων του
νομού Λακωνίας, επαρχίας
Λακεδαίμονος δήμος
Φελλίας
Ο νοματ)μο

Η λικία

Π αναγιώτης Ζαβάκος
έτ. 41
Νικόλαος Γάβαρης
50
Κ «ν )νο ς Τ σ ά μ π ιρ α ς
51
Αντώνιος Μαρινάκος
61
Αναγνώστης Δούκας
46
Π αναγιώτης Μασούρας
47
Κων)νος Δούκας
61
Νικόλαος Κοκκορός
61
Ιωάννης Νικολαικάκος
45
Ε υστρά τιος Κοκκορός
56
Παναγιώτης Σπυριδάκος 4 5
Φωτεινός Ανδρεάκος
43
Χριστόφορος Κοκκορός
5&
Χ ρηστός Δούκας
44
Π αναγιώτης Πατταδάκος
53
Κ. Π. Κ α μίτσης
35

Κ α τα γ.
τΑρνα
τΑρνα
Ά ρνα
Γ οράνοι
Γ οράνοι
Π οτα μιά
Γ οράνοι
Γ οράνοι
Λ ια ντίνα
Γ οράνοι
ΤΑρνα
τΑρνα
Γ οράνοι
Γοράνοι
Π οταμιά
Γ οράνοι

-

Ε ττάγγ. - ετήσ. εισ .
κτηματτ.
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»>
»
»
»

1200
2500
2000
2000
1000
1000
1500
1200
1000
1500
1100
1000
1400
1200
1300
1200

35

Δυό από τα ονόματα που διαβάζουμε στον κατάλο­
γο αυτό, ο Παναγιώτης Μασούρας είναι από τους
Μασουραίους που ήρθαν από τη Βίγκλα και μαζί
με άλλους Ποταμίνες πρώτοι κατοίκησαν το και­
νούργιο χωριό όπως κι’ αλλού γράφουμε. Είναι ο
Πανάγος Μασούρας, που γλύτω σε τη Μηχάνη, την
Τουρκοπούλα. Ο άλλος ένορκος, ο Παναγιώτης Παπαδάκος δεν είναι παλιός Ποταμίτης. Στα χρόνια
του εθνικού ξεσηκωμού, εικοσάχρονο παλικάρι άφη­
σε το δικό του χωριό τη Μηλιά της Μάνης, και μπή­
κε στις ομάδες ίου οπλαρχηγού Γιατράκου που εί­
χαν αρχίσει να παίρνουν φ α λά γγι τους Τούρκους.
Η Μηλιά χωριό της δυτικής Μάνης, βρίσκεται σε
μια χαράδρα του Ταΰγετου πίσω από το μοναστήρι
της Παναγιάς της Γιάτρισσας. Εδώ και αρκετές δε­
καετίες διοικηακά ανήκει στο νομό Μεσσηνίας. Την
εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν αξιόλογο χωριό κι’
η μοίρα τούκανε την τιμή στη γη του ν αναπαύεται
ο ήρωας Κωσταντής Κολοκοτρώνης, ο πατέρας αου
θρυλικού Γέρου του Μωριά. Αλλά κι’ η σημερινή Πο­
ταμιά έχει δεσμό ηρωισμού κι αυτοθυσίας με τούτο
το χωριό. Εκεί κοντά στην εκκλησιά της απομακρυ­
σμένης Μηλιάς, ένας γενναίος εικοσιπεντάχρονος Πο
ια μ ίτη ς αντάρτης, ο Γιάννης Δ .Πλαγιάννης σκοτώ­
θηκε στις αρχές του 1944 πολεμώντας τους Γερμα­
νούς κατακτητές - επιδρομείς.


Ό τα ν ο τόπος απαλλάχτηκε και καθάρισε από
την Τουρκιά, οι οπλαρχηγοί για νάχουν την πέραση
τους στο κράτος που άρχισε να δημιουργείται, τα
διαλεχτά παληκάρια τους τάθελαν κοντά τους.
'Ε τ σ ι ο Παναγιώτης Παπαδάκος έμεινε οριστι­
κά σε τούτα τα μέρη και δεν ξαναγύρισε στη Μη­
λιά. Μα τούτος ο λεδέντης πούχε κατά πως λένε, δυό
μέτρα μπόϊ και κυπαρισένια κορμοστασιά, φαινό­
ταν πως ξεχώ ριζε.
Νοικοκυροπούλα θα τούδιναν,
παρακαλετός σαν ήταν στα γύρω χωριά. Οι Καμιτσαίοι, μεγάλο σόϊ, όταν η Ποταμιά ήταν στην Π έ­
ρα - Μεριά ακόμη, γαμπρό τους τον έκαναν. Τί πεί­
36

ραζε που η κόρη τους ήταν μόλις στα δεκατέσσερα
Θα μεγάλωνε. Μεγάλο τραπέζι και γλέντι τρικού­
βερτο έγινε την ημέοα του νάιιου. Σαν είδε η νύφη
τις φιλενάδες της σκαρφαλωμένες πάνω σε μια μάν­
τρα να κοιτάνε το χορό, τα δεκατέσσεοα χοόνια της
την πήγαν ανάμεσά τους. Παιδί ακόμα. Από τούτο
το γάμο γεννήθηκοα/ πολλά παιδιά αγόρια και κο­
ρίτσια. κι έγινε ρίζα σ’ ένα καινούργιο σόϊ της Πο­
ταμιάς.
.*
Πέρα όμως από τούτη την αξιολόγηση των κα­
τοίκων της από το ελεύθερο πια Ελληνικό κοάτος,
η Ποταμιά όλο προκόβει και μεγαλώνει. Καθώς μά­
λιστα καινούργιες οικογένειες κατεβαίνουν από τα
ορεινά, δπως οι Εενετσαναίοι. από την Αρνα, οι
Παπαστραταίοι, Σωτηραίοι, Δουκαίοι,
Κοκκοραίοι
από τους Γοράνους και πολλοί άλλοι ακόμα.
Σπίτια χτίζονται. Λόγκια ξελογκώνονται, γίνον­
ται χωράφια και δεντροφυτεύονται, πιότεοο με ελιές.
Στις αυλές τους είναι δεμένα από όλα τα σ π ι τ ι ­
κά ζωντανά, ενώ στα κατώ για τους μ εγάλα κασό­
νια είναι γιομάτα στάρια, κριθάοια και τα τεπόζιτα ξέχειλα με κεχριμπαρένιο λάδι.
Μα και στα γράμματα γ ια την επογή εκ ε?νη έ ­
χουν το μερτικό τους. Τη γρονιά του 1863 η Ποτα­
μιά βγάΓει από το Πανεπιστήιιιο της Αθήνας τον
ποώτο της επιστήμονα. Το δικηγόρο Δηιιητηάκη
Παν. Παπαδάκο - γιο του ένορκου Παναγιώτη Παπαδάκου - που άοχισε να δικηγοοεί στο Δικαστήριο
της Σπάρτης. Το 1880 με Κυβερνητική απόφαση
ιδρύθηκε μρνοτάξιο δημοτικό σγολείο. Το σνο>ε?ο
άρχισε να λειτουργεί το 1886 σαν νραμματοδιδασκαλείο με πρώτο γραμματοδιδάσκαλο τον Πανα­
γιώτη Σαλαμπούρδο και, από το 1900 σαν μονοθέσιο δημοτικό.
Το 1955 το δημοτικό σχολείο Ποταμιάς έγινε
διθέσιο, αλλά η μετανάστευση των κατοίκων και
ιδιαίτερα των νέων, επόμενο ήταν ποώτα και κύρια
να πλήξει το σχολείο. Το 1978 υποβιβάστηκε σε μονοθέσιο και, σήμερα με δέκα συνολικά μαθητές και
μαθήτριες, λ έγ ετα ι ότι θα καταργηθεί. Εδώ πρέπει
37

Οταν τα π α ιδ ιά της Π οταμιάς στριμω γνόνταν σ το σττίτι τού μπάρμ-rra Λώνη του Κοκίκινούρη„ γ ια να μάθ6υν τ α πρώ τα τους γρ ά μ μ α τα , και, στο διά λειμ μ α οι δρόμοι και τ α χωρά­
φια σ τ α Κοκκορέικα, γιό μ ιζα ν π α ιδομ ά νι, ενώ στον αέρα αντιλαλούσαν
χαρούμενες
φωνές.

ν’ αναφερθεί ότι σαν μσνοθέσιο είχε πάντα πάνω
από ογδόντα παιδιά για να φτάσει το 1947 τα εκανόν είκοσι.
Γο χάραμα του εικοστού αιώνα βρήκε την Πο­
ταμιά χωριό οργανωμένο, με άξιους ανθρώπους,
με αγάπη στα έθιμα του τόπου τους, που τους ενώ­
νουν και κάνουν τις σχέσεις μεταξύ τους ζεσ τές και
τη ζωή πιο γλυκιά. Ό λ ο ι μαζί κι ο καθένας χω ρι­
σιά, δουλεύουν για το νοικοκύρεμα του τόπου τους
και το μεγάλωμα του διού τους.
Προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του και­
νούργιου αιώνα το χωριό α ρχίζει να δείχνει μια ξ ε ­
χωριστή ζωντάνια.
Τα λιοπέρδολα αυγατάνε, στάρια σπέρνον αι
6λο κ.α>. πιότερα, αλλά και συκιές αρχίζουν τώρα να
φυτεύουν και αχλαδιές. Οι Π οταμίτες θέλουν να εί­
ναι νοικοκυραίοι, όπως στον τόπο τους εννοούν τη λ έ ­
ξη. Με μ εγά λες σοδειές, αλλά κι’ απ’ όλα όσα στο
χωριό τους μπορούν να προκόψουν. Ό τα ν μάλιστα
το 1914, μ’ ένα νόμο του Κράτους η Ποταμιά μαζί
με τα περισσότερα χωριά της χώ ρας έγινε Κοινότη­
τα, ανασκουμπώθηκαν οι Π οταμίτες γ ια καλά. Ε ί­
χαν πολλά να φτιάξουν στο χωριό τους. Οι πρώ τες
Κοινοτικές εκλογές έγιναν το 1914 και το πρώτο Κοι­
νοτικό Συμβούλιο αποτέλεσαν ο ι:
Π ρόεδρος: Χρήστος Π. Παπαδάκος
Κοινοτικοί Σύμβουλοι: Νικόλαος
Πλαγιάννης,
Παναγιώτης Κ. Παπαδάκος, Κων)νος Δημητράκουλας, Νικόλαος Πουλάκος.


Ζέστη πολύ θα κάνει σήμερα, ο ήλιος από το
πρωΐ άρχισε να ζεματάει. Η Δάφνη ρίχνει την ιδέα.
Κονιομεσήμερο σαν πλησιάζει, α ς κάναμε μια μικρούτσικη εκδρομή μέχρι την κρυόδρυση. Έ ν α ς κα
κός χωματόδρομος μας κατέβασε σε μια ρεματιά
εκεί κατά τα δυτικά, λίγο έξω από το χωριό. Εδώ
39

μέσα ο ήλιος αργά βγαίνει και γρήγορα βασιλεύει.
Και να στο βάθος της ρεματιάς, λ ε ς και είναι κολ­
λημένη στη ρίζα του βράχου, μια βρύση χτισμένη
με μάρμαρο. Στη μέση περίπου από δυο σωλήνες
τρέχει νερό φτιάχνοντας δυό τόξα. Στη μια πλευρά
κοα στην άλλη δυό πεζούλια που το τέλειω μ ά τους
είναι στρωμένο με κάτασπρες μαρμαρόπετρες. Ρί­
ξαμε κει απάνω τό μικρό μας εκδρομικό σάκο και
κάτσαμε για να χαρούμε τη δροσιά του κρυστάλλι­
νου νερού. Είναι όμορφα να κάθεσαι δίπλα σε μια
κρυόβρυση που σε ξεκουράζει με τη δροσιά της, ενώ
το μουρμούρισμα του γάργαρου νερού της, μαζί με
τα κελαϊδήματα ίω ν πουλιών που παίζουν μες τις
φυλλωσιές, σου φέρνουν ένα ξαλάφρωμα στην ψυχή.
«Οπτασία εν εγρηγόρσει», θάγραφε κάποιος λόγιος
αν βρισκότατν στη μαγευτική εκείνη ρεματιά.
Η ματιά πέφτει σε λ ίγ ες λεξούλες με ξενόγλω σ­
σα στοιχεία, πούναι σκαλισμένες oocv σε ξεχωριστή

Η μαγευτική ρ εμ α τιά ,
με την κρυόβρυση
κάτω α π ό τ α βρ ά χια

μισοχωμένη

μαρμάρινη πλακούλα κει πάνω απ’ τους αυλούς.
SIC TPANSIT GLORIA MUNDI 1916 (έτσ ι περνά η
δόξα του κόσμου). Σοφά λόγια του Λατίνου ποιητή
Οράτιου. Διαλεγμένα από τον καθηγητή Πέτρο Πα40

τιαδάκο ( Παπαδορογκάκο) γ ια να ταιριάζουν στην
περίσταση. Σαν το νεράκι που περνά και φεύγει φεύγει, έτσι κι η δόξα, περνά φεύγει, παρασερμένη
από το παντοδύναμο ποτάμι του χρόνου.
Πιο κάτω ένα παμπάλαιο αλλά γραφικό γεφύρι που κανείς δεν ξέρ ει ποιοι και πότε τόχτισαν, σε
ένα στένωμα της ρεματιάς. Βρίσκεται κάτω από πα­
νύψηλα πλατάνια και αφήνει το χωματόδρομο να
συνεχιστεί στα λ ίγ α χωράφια πούναι από κει.
Με το λιόγερμα όλα δω μέσα αρχίζουν σιγά σιγά να βυθίζονται στο πυκνό σκοτάδι κι’ άνθρωπος
δεν έχει πια πέρασμα από δώ. Κι’ όμως τούτη η από­
μερη και τόσο άγρια τη νύχτα ρεματιά, που όμως
δεν απέχει πολύ από το χωριό, γ ια σαράντα περίπου
χρόνια μάζευε τους μισούς Ποταμίτες. Η Δάφνη θυ­
μάται και βγάζει στεναγμό. Για τα χρόνια που φύ­
γανε. Γι’ αυτούς που πήρανε μαζί τους. Γιατί έπρεπε
κείνα τα χρόνια να περάσουν έτσι δύσκολα ακόμα
ίΐοα για λίγο νερό. Μικρό κορίτσι θυμάται τη μάνα
της κι’ όλες τις νοικοκυρές που κατηφόριζοτν στη ρε­
ματιά, πολλές φορές τη μέρα, γ ια ν ανεβάσουν την
απότομη ανηφοριά της ζαλω μένες ά λλ ες με ξύλινα
βαρέλια, άλλες με στάμνες ή κρατώντας στα χέρια
κουβάδες, κουβαλώντας νερό για όλη τη λάτρα του
νοικοκυριού τους. Για νάρθει κάποτε η σειοά της
σαν μεγάλωνε να βοηθάει τη μάνα της, να την ξαπο­
σταίνει, κουβαλώντας κι’ αυτή νερό. Τότε που το μι­
σό χωριό έπαιρνε νερό απ’ την κρυόβρυση, ακόμα
και το βράδυ αργά με το φανάρι και το ποωΐ προ­
τού λαλήσουν τα κοκόρια οι Π οταμίτες κατέβαιναν
στη ρεματιά.
Ναι, τούτη η βρύση φτιάχτηκε το 1916 όπως εί­
ναι σκαλισμένο απάνω στο μάρμαρο. Το χωριό με
το έμπα του καινούργιου αιώνα είχε πια μεγαλώ ­
σει, όπως κι αλλού γράφουμε. Το νερό ήταν το σο­
βαρότερο πρόβλημα. Η βρυσούλα δεν έφτανε. Ή ταν
και μακριά πολύ, κι ο Γερακάρης το χειμώνα με τα
ορμητικά νερά του ,δεν άφηνε νε περάσουν αντίπε­
ρα. Τα ίδια κείνα χρόνια, ίσως και νωρίτερα λίγο,
οι Ποταμίτες άνοιξαν στη μέση του χωριού κι’ ένα
Al·

Εκδρομή στην πανέμορφη βρυσούλα

πηγάδι. Το πηγάδι ήταν πολύ δύσκολη δουλειά. Ε ί­
κοσι πέντε μέτρα βάθος για να δρουν νερό. Ύ σ τ ε ­
ρα το χτίσιμο αου πηγαδιού και στενό καθώς ήταν!
Η κρυόβρυση και το πηγάδι ήταν πολύ δύσκολα έρ­
γα για την εποχή τους που δεν υπήρχαν καθόλου
μηχανήματα.
Τα μπόρεσαν οι Π οταμίτες για τί είχαν μεγάλη
αγάπη για τον τόπο τους κι ήθελαν να προκόψουν.
Μα αν η κρυόβρυση ήταν στη ρεματιά κι οι νοικο­
κυρές πήγαιναν με τα ρούχα της δουλειάς ζα λω μ έ­
νες τα βαρέλια, στο πηγάδι, που ήταν περίπου στο
κέντρο του χωριού - ανάμεσα στα μεγαλύτερα μα­
γαζιά κείνης της εποχής, του Γιαννόπουλου και του
μπάρμπα Κυριάκου - δε γινόταν το ίδιο.
Με το ηλιοβασίλεμα το πηγάδι είχε την τιμητι­
κή του. Ιδιαίτερα φροντισμένες οι κοπελιές έδειχνοτν τη νοικοκυροσύνη τους αλλά και την αξιοσύ­
42

νη τους. Β γά ζεις εύκολα νερό από είκοσι πέντε μέ­
τρα βάθος ανεβάζοντας τον κουβά με το σχοινί;
Α λλοιώτικες μνήμες έχουν οι Π οταμίτες για το
πηγάδι και τα διπλανά μαγαζιά του. Από τις σοβα­
ρότερες αποφάσεις για την προκοπή του τόπου τους.
Τους μεγαλύτερους καβγάδες μεταξύ τους. Τις χ ω ­
ρίς προηγούμενο γκάφ ες που προκαλούσαν τα καρ­
φωτά πειράγματα και τα σπαρταριστά γέλια
που
τα μολογάνε σήμερα σαν ανέκδοτα. Μέχρι τις κλε­
φ τές ματιές που άλλαζαν οι κοπελιές πού βγαΓαν
νερό α π ’ ί ο πηγάδι, με τους νεαρούς συγχωριανούς
τους που γιόμιζαν τα δυό μαγαζιά τα βράδια και
τις γιορτινές.
Για πολλές δεκαετίες σε τούτο το χώρο, με το
πηγάδι και τα δύο μαγαζιά, που δεν είναι μεγαλύ­
τερος από δύο - τρ εις σποργιές τόπο, η μικρή κοινω­
νία της Ποταμιάς, ένιωθε το σφυγμό της. Εδώ οι Πο­
ταμίτες στον πόλεμο του 1940 και στα πρώτα χρό­
νια της Iταλογερμανικής κατοχής έζησαν έντονες
στιγμές.


Ο μπάρμπα Μήτρος κι η θειά Μήτραινα, δε δ έ­
χονταν αντίρρηση. Σήμερα Κυριακή θα περνούσα τη
μέρα μου σπίτι τους. Δ ε μας κάνεις κόπο Κατερίνα,
είναι χαρά μας να σ ’ έχουμε μαζί μας, έλ εγ ε και ξανάλεγε η θειά Μήτραινα. Στο κατώ γι είχε στήσει
το σοφρά της η γερόντισσα νοικοκυρά. Οι μ εγά λες
ζέσ τες του καλοκαιριού δεν το πιάνουν πολύ δω μέ­
σα. Τα φρεσκοποτισμένα λουλούδια της αυλής έ ­
στελναν μέσα από την ανοιχτή πόρτα, την αρωματι­
σμένη δροσερή πνοή τους ανακατεμένη με μια μυρω
διά από βρεγμένο χώμα. Το υφαντό τραπεζομάντηλο με τα όμοια βαγιόλια, στρωμένο στο σοφρά, εί­
ναι η έκφραση της αρχοντιάς στο σπίτι του κάθε Ε λ ­
ληνικού χωριού. Ό λ α δω μέσα είναι τόσο απλά,
αλλά τόσο νοικοκυρεμένα. Οι λα :γήνες με το λάδι
στη σειρά. Το μεγάλο κασόνι με τα χωρίσματα για
το στάρι, το κριθάρι, το αραποσίτι. Η κάδη με το
τυρί. Το βαρέλι με το κρασί. Στον τοίχο κρέμονται
43

Η

θειά Γιώ ργαινα ( Γίαπαδάκου)

γνέθει

πλεξίδες κρεμμύδια και σκόρδα. Ακόμα κα ι νεροκο­
λοκύθες. Πάνω σ’ ένα ράφ ι από χοντρή αδούλευτη
σανίδα, τα χα λ κ ώ μ α τα - ταψιά, τεντζερέδια, μικρά
και μ εγάλα , μ α ζί με το λαξευτό από κορμό δέντρου
σκαφίδι του ψωμιού και το υφαντό πεσκίρι, αποτελουν το ερ γα σ τή ρ ι που η ογδοντάχρονη τούτη γριούλα τα καταφέρνει ακόμα και φ τιά χνει νόστιμες χ ω ­
ριάτικες λειχουδιές. Την καλύτερη θέση όμω ς την
έχει ο α ρ γα λειό ς. Δ ίπλα στο π α ρ α θύ ρι στέκει φορ­
τωμένος μ’ όλα του τα σύνεργα.
Ο μπάρμπα Μήτρος πρώ τος κάθετα ι στο χοντρό
ξύλινο σκαμνί μπροστά στο σοφρά και μ ας καλεί.
Δόξα σοι ο θ ε ό ς ψ υθυρίζει και κάνουμε κι οι τρ είς
το σταυρό μας. Η θειά Μήαραινα με κάποια ξεχω ρ ι­
στή λάμψη στα γερα σ μ ένα της μάτια, μέσα από τα
ζαρω μένα ματόκλαδα, προσδοκά κάποιο καλό λόγο,
44

γ ια ό,τι βρίσκεται πάνω στο σοφρά. Ακουμπάω τρ υ ­
φερά το χέρ ι μου στη π οδιά αης. «Κάποτε όλα τούτα
δώ μέσα, τα γιο μ ίζα μ ε δουλεύοντας μοναχοί μας.
Τώρα στα χω ρ ά φ ια πληρώνουμε κι ερ γά τες. Στο νοι­
κοκυριό του σπιτιού όμω ς κρ α τά μ ε ακόμα», λ έει
Ενα πανέρι με τρ α γ α ν ά σ ταφ ύλια κάτω από τη
βρύση της αυλής περιμένει να συμπληρώ σει το κυ­
ριακάτικο τραπέζι. «Τώρα δεν απέχουμ ε πολύ από
τον τρύγο», κάνει η θεία Μ ήτραινα σαν με είδε να
κουβαλάω το πανέρι. «Κρίμα που θ ά ’χ ε ις φ ύ γει Κα­
τερίνα». Μ ερικές δουλειές σ ιο χω ριό έχουν περίσ ­
σεια χάρη. Ο μπάρμπα Μ ήτρος ακουμπάει στο κ ρ α ­
σοβάρελο και καμαρώ νοντας δηλώνει. Οσο μπορού­
με και συγυριόμαστε τούτο θα γ ιο μ ίζ ε ι κάθε χ ρ ό ­
νο. Χειμώνας σ ιο χω ριό χω ρ ίς κ ρασ ί; Ο ι νέοι τώ ρα
έχουν συνηθίσει στα έτοιμα κρασ ιά κ α ι σ τις μπύρες, εμείς όμως οι παλιότεροι δεν ξεχνάμ ε τα δικά
μ ας και τους το φωνάζουμε. Μην αφήνετε να σβήσει
μια π α λ ιά συνήθεια. Το κάθε χω ρ ιά τικ ο σπίτι πρ έ­
πει νά χει το δικό του βαρέλι το κρασί. Το νόστιμο
κοκκινέλι που βγάζουν τ' α μ π έλια του τόπου μας.
Ξ ανακάθεται στο ξύλινο σκαμνί, β γ ά ζ ε ι στεναγμό
αναπόλησης και συνεχίζει τη διήγησή του.
Μ έχρι τον πόλεμο του ’40 είχανε πολλές ελλεί­
ψεις στην Π οταμιά. Δεν υπήρχε συγκοινω νία. Ο δρό­
μος που β γ ά ζ ει στον υποσταθμό της ΔΕΗ ήταν ο
μοναδικός που μπορούσε να περ ά σ ει αυτοκίνητο.
Τον ανοίξανε χω ρ ίς μηχανήματα. Με κασμάδες, ξ ι­
νάρια και φτυάρια. Τον αρχίσα νε εκεί κ α τά το 1926
και κάνανε κοντά τρ ία χρόνια να τον τελειώσουν.
Κι αν σήμερα φ αίνεται απίστευτο, όμω ς είναι α λ η ­
θινό. Από κείνο το δρόμο, πρώ τα με τ ’ ά λ ο γ α και τ α
μουλάρια, οι α γ ω γ ιά τε ς, κι ύστερα, που τον φτιάξαν, με τ ’ αυτοκίνητα, δεκαετίες ολόκληρες, μ έχρι
το 1940 κουβαλάγανε στο Γύθειο γ ια πούλημα όχι
μόνο τα δικ ά τους προϊόντα, α λ λ ά κα ι τα Γορανίτικα και τα Δ ιαντικιώ τικα, που μαζεύονταν όλα στην
Π οταμιά. Μα και τα υλικά γ ια να χτίσουνε την κ α ι­
νούργια εκκλησιά, όταν την α ρχίσ α νε το 1923, από
45

κείνο το δρόμο τα φέρνανε στο χω ριό. Τον άλλο δρό­
μο που σήμερα β γα ίνει στο Ξ ηροκάμπι κα ι γ ίν ετ α ι
η συγκοινω νία με τη Σπάρτη, κείνα τ α χρόνια, δύσ­
κολα τον Ιπερνούσε ζωντανό φορτωμένο. Α ρχίσανε
να τον ανοίγουνε δυο - τρ ία χρόνια πριν από τον π ό­
λεμο της Α λβανίας. Αλλά, με ξινά ρ ια και κ ασ μ ά­
δες και με τόσες κακοτοπιές που είχε, ήταν δυσκο­
λότερος από τον άλλο. Τους βρήκε ο πόλεμος κι έ ­
μεινε. Μα κι οι δρόμοι μέσα στο χω ριό ήταν στενοί
όπως τους είχαν ανοίξει όταν το χω ριό έχασ ε την
παραλληλόγρα μ η μορφή του. Και το χειρότερο, το
χειμώ να έκοβε ο τόπος μέσα κι έξω από το χω ριό
τόση λάσπη που δυσκολευότανε κανείς να π ά ει ό χι
μόνο στο χω ρ ά φ ι του α λ λ ά πολλές φορές από σπί­
τ ι σε σπίτι. Οσο γ ια ηλεκτρικό ούτε σκέψη δε γ ιν ό ­
ταν κείνη την εποχή, λέει
με στόμφο ο μπάρμπα
Μήτρος.
Το καντήλι μόνιμα αναμμένο, με βοηθό το λ υ ­
χνά ρ ι φώ τιζαν μέσα στο σπίτι, ενώ το φ ανάρι ήταν
γ ια έξω. Οταν είχανε μουσαφίρη ανάβανε κα ι κ α μ ιά
λά μ π α πετρελαίου. Σ τα μ α γ α ζ ιά ανάβανε μ εγά λ ες
λάμ πες κρεμαστές. Κείνες φ ω τά γα νε καλά. Το β α ­
θύ χειμω νιάτικο σκοτάδι τόσ χιζαν δω κα ι κει λ ίγ ε ς
ακτίνες που τόσ κα γα ν έξω από τ α μ α γ α ζ ιά περνών­
τα ς από τ ις χ α ρ α μ ά δ ες της π α λ ιά ς πό ρ τα ς ή του π α ­
ράθυρου. Οι νεαροί είχαν τους φακούς τη ς τσέπης.
£ , να κάνουν κα ι το κομμάτι τους λ ιγ ά κ ι. Στην εκκλησιά όμως ένιω θες πιο κοντά στο Θεό. Ο λα τα
καντήλια μπροστά σ τις εικόνες έκ α ιγα ν με λάδι.
Το καντηλάκι με το χλομό φω ς του φυτιλιού μπροσ­
τά σε μια εικόνα σου γ ιο μ ίζει αην ψυχή μ’ ένα α ί­
σθημα από φόβο, ευλάβεια α λ λ ά κα ι ενθάρρυνση. Ο­
μως, π α ρ ’ όλα τούτα, τις πιο καλές θύμησες τις έ ­
χουμε από κείνα τα χρόνια, συμπληρώνει η θεία Μήτραινα. Τότε η Π οτα μιά είχε κ άτι άλλο, που είναι
πάνω α π ’ όλα τα σ ύγχρονα μέσα. Ε ίχε κόσμο. Ε ίχε
φ αμ ελιές με πολλά π α ιδ ιά που γ ιό μ ιζα ν τους δρό­
μους κι έδιναν ζω ντάνια με τ ις φωνές τους. Τα π α ι­
δ ιά είναι δώρο του δημιουργού γ ια όλο τον κόσμο.
«Είναι, κ ατά πω ς λ έει κι ο ποιητής, μικρά χ α μ ό γ ε ­
46

λα του ©εού δοσμένα στον άνθρωπο γ ια ν’ ανθίζουν
τη ζωή πάνω στη γή».
Οταν ήρθε ο πόλεμος του ’40 το χω ριό είχε επ τα ­
κόσιους κατοίκους κι έστειλε στο μέτωπο δεκάδες
παλικάρια. Τις γ ιο ρ τές και τις Κ υριακές η εκκλησιά γιό μ ιζε κόσμο. Κείνα τα χρόνια το χω ριό π ά σ κ ι­
ζε ν’ αποχτήσει σχολειό γ ια να σταματήσουν τ α ε­
κατό τόσα π α ιδ ιά να στρυμώ γνονται δεκαετίες τώ ­
ρ α σ’ ένα δω μάτιο του σπιτιού του μπάρμπα Λώνη
του Δούκα στη νότια άκρη του χω ριού (του γέροΚοκκινούρη όπως τον πα ρ α νο μ ά ζα νε). Α λλά κάτι
τέτοιο φαινότανε όνειρο μακρινό, όταν τρ ία - τέσ ­
σερα χρόνια πριν από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του
1940, ένα ξενητεμένο π α ιδ ί της Π οταμιάς, ο Η λίας
Στυλ. Σιμιτζής, εκεί στη μακρινή καινο ύ ργια του π α ­
τρ ίδ α την Αμερική, δεν ξέχασε. Δεν ξέχασ ε τον τόπο
της γέννησής του, τα π α ιδικ ά του χρόνια, όταν μ ά ­
θαινε τα πρώ τα του γ ρ ά μ μ α τ α μέσα σε κάποιο καλύ­
βι. Έ κ α ν ε λοιπόν την πρώτη κα ι μ εγάλη χειρονομία.
Δώρησε ένα μ εγάλο οικόπεδο στην Κοινότητα, με τη
ρητή εντολή ότι η δω ρεά ισχύει μόνο άν χτισ τεί
Σχολείο. Το μισό όνειρο έγινε πρ α γμ α τικ ό τη τα . Α λ­
λά άργησ ε πολύ να ολοκληρωθεί Κ ατά το 1950 οι
Π οταμίτες προσφέρνοτας την προσωπική τους ε ρ γ α ­
σία και με χρ ή μ α τα που το Κράτος κάθε τόσο έδινε,
άρχισα ν να χτίζουν το Σχολειό. Στη συνέχεια ένας
άλλος Π οταμίτης, ο πρω τοπόρος των Ελληνικών φ τε­
ρών, ο αεροπόρος Β α γγέλ η ς Παν. Π απαδάκος που
είχε επιχειρήσεις στην Αθήνα, α λ λ ά τα π α ιδ ικ ά του
χρόνια τ α έζησε κι αυτός στην Π οτα μιά κα ι τα πρώ ­
τα του γρ ά μ μ α τ α τά μ α θε μ α ζί με όλους, γυρνώ ντας
από το ένα ερειπωμένο σπίτι στο άλλο, πρόσφερε
χρήματα, μέχρι που τέλειω σε το Σχολειό. Τα ε γ κ α ί­
νια έγινα ν το 1960. Ετσι. από τότε η Π οτα μιά έχει
ένα μ εγάλο καινούργιο Σχολειό. Ό μ ω ς — συμπλη­
ρώνει μ ελ α γχο λ ικ ά η θειά Μ ήτραινα — τώ ρ α πούχουμε Σχολειό, δεν έχουμε παιδιά .
* ■¥■ *
Μέσα από μια συγκινητική αναπόληση της π ε­
ρασμένης ζω ής τους, τούτοι δώ οι καλο κ άγαθο ι άν­
47

θρωποι, μου διηγούνται την εξέλιξη του χω ριού τους.
Κι εγώ νοιώθω συγκινημένο τον εαυτό μου τόσο πολύ
από τις απλές α λ λ ά β αθιά ανθρώ πινες αυτές σ τι­
γμ ές, ώστε αυθόρμητα εκδηλώ νεται το ενδιαφέρον
μου γ ια τούτες τις μικρές ιστορίες.
•Τρακτέρ δεν υπήρχαν ,γ ια τί δεν υπήρχαν και δρό­
μοι γ ια να περάσουν. Α λλά τ α χω ρ ά φ ια ήταν π ά ντα
δουλεμένα κι οι σοδειές μ εγά λες, γ ια τ ί το χω ριό
ήταν γιο μ ά το παλικάρια , κοπελιές και νέα αντρόγυνα.
Το Νοέμδρη, στο σποριό, στους κάμπους και στα πλευρώ μ ατα του τόπου μας, ά κ ουγες τη φωνή του ζευ γο λά
τη. Τη μια δυνατά να δ ια τά ζει και την άλλη φ ιλικά
να δίνει κουράγιο στα βόδια του πούσερναν το βαρύ
αλέτρι κι ά νοιγα ν τη γή . Αλωνιστική μηχανή δεν
έρχονταν στο χωριό. Α λλά οι θυμω νιές φ άνταζαν σαν
μικρά κάστρα. Για δεκαπέντε - είκοσι μέρες, στο
έ β γ α του θερ ισ τή με το έμπα του Γιαλιστή, η ψυχή
του χω ριού ήταν στ’ αλώ νια. Από μέρα σε μέρα οι
θυμω νιές όλο κι απλώ νονταν κάτω .Τ’ ά λ ο γ α δεμένα
«κορέλλα» γύ ρ ιζα ν γύ ρ ω - γύ ρ ω στο στύλο τ ’ α λ ω ­
νιού, στην αρχή α ρ γ ά - α ρ γ ά μ έχρ ι να σπάσουν τις
μακριές καλαμιές. Και μετά με αο καμτσί του αλωνιάτη να σφυρίζει στον α έρ α και τη φωνή του ν’ α ντη ­
χεί, οι καλαμ ιές κάτω απ’ τ α σκληρά τους νύχια, γ ί ­
νονταν ψιλό άχυρο.
Οι νοικοκυρές γ ια τους α λω νιά τες π ά ντα είχαν
τ α καλύτερα φ αγη τά, κα ι με τα τα ψ ιά τα κουβαλού­
σαν στ’ αλώνι. Σ α ’ρχόταν η μέρα που με τη βοήθεια
του μπάτη τέλειω νε το λίχνισ μα, τη θέση των δικριανιών την έπαιρναν τ ’ αλω νόφ τυαρα γ ια να μαζευτεί
τ’ όβροστο σ τάρι απο λ α μ νί σε σωρό. Τούτη η δου­
λ ειά είχε κόπο, α λ λ ά και κάιιοια τέχνη ήθελε. Ή τα ν
δουλειά αντρίκια. Για το νοικοκύρη. Μα όλη η φαμελ ιά τη μέρα που σωρώνανε το σ τά ρ ι βρισκόταν
στ’ αλώνι. Ο νοικοκύρης σαν τέλειωνε, χ ά ρ α ζ ε με
τ ’ αλω νόφτυαρο ένα μ εγάλο σταυρό από τη μια άκρη
του σωρού στην άλλη, έστηνε στην κορυφή όρθια,
τ’ αλωνόφτυαρο, ένα δικ ριάνι κ αι μια αγκαθόσκουπα.
Ή τ α ν τα ερ γ α λ ε ία που μεταχειρίστηκαν στ’ αλώ νι­
σμα μέχρι να σωρώσουν το στάρι. Έ π α ιρ ν ε λ ίγ α
48


Related documents


PDF Document an afternoon with press release
PDF Document thesisfrostthomasoncontingentbeings
PDF Document trade brochure for web
PDF Document guineafowls
PDF Document 2011 locandina over35
PDF Document cvesd gloria ppt 3 17final reduced


Related keywords