PDF Archive

Easily share your PDF documents with your contacts, on the Web and Social Networks.

Send a file File manager PDF Toolbox Search Help Contact



ΝΔΤ ΧΡΟΝΙΚΑ .pdf



Original filename: ΝΔΤ-ΧΡΟΝΙΚΑ.pdf
Title: Layout 1

This PDF 1.4 document has been generated by QuarkXPress(R) 7.31, and has been sent on pdf-archive.com on 18/12/2016 at 16:20, from IP address 141.237.x.x. The current document download page has been viewed 258 times.
File size: 2 MB (8 pages).
Privacy: public file




Download original PDF file









Document preview


11
Ἀπόψεις...

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

| Ἀρθρογραφία | Σχόλια | Ἰδέες
Μάθε νὰ προφέρεις σωστὰ τὴν πραγµατικότητα | Ἐλύτης

Ἀκούεται µιὰ ἐξαίσια νυχτερινὴ µουσικὴ ναγιοῦ ‒ὀνοµαστικὴ πτῶσις:
τὸ νάϊ‒ τὸ αἰθεροβάµιον ἤ, ὀρθότερα, αἰθερόβαµον καπηλεῖον σπάει σὰ
ρόδι καὶ ἔκπαγλος φωταψία καταλάµπει τοὺς πέριξ λόφους

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

Σχέδιο Δήµητρας Λαµπρέτσα

ἀφιέρωµα

12

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Θαυµάσια σαυρίδια, ποταµόψαρα µὲ αὐγά,
πυροτεχνήµατα στὴ Λίµνη καὶ ἄλλα

Γιατί τὰ εἴχανε φάει στὸ σπίτι ἐκεῖνα
τὰ ψάρια; Καὶ µάλιστα ἔτσι µαγειρεµένα;
Κι᾿ ὕστερα πῶς ἔγινε καὶ τοὺς ἄρεσαν
τόσο; Ἀκόµα καὶ τῆς µάνας ποὺ ἀντιρρήσεις µεγάλες ὕψωσε: «Ἄκουσον, ἄκουσον!
Ψάρια τοῦ γλυκοῦ νεροῦ…» ‒καθ᾿ ἑαυτοῦ
ποταµίσια‒ «…τηγανισµένα µὲ αὐγά!» Τά
᾿χε ψαρέψει ὁ πατέρας, ποὺ θήτευε ὡς γυµνασιάρχης στὰ µέρη τότε, στὸ ποτάµι
ποὺ κατηφόριζε ἀπὸ τὸ µοναστήρι τῆς
Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρµακολύτριας
στὸν κάµπο τῶν Βασιλικῶν. Εἶχε πάει µὲ
φίλους του ἐκεῖ καὶ τὰ µάζεψαν. Χρόνια
µνηµονεύει ὁ Λιµενάρχης τὴν γαστριµαργικὴ παρεκτροπὴ τῆς οἰκογένειας. Ποὺ
µοιάζει µὲ χωρατό. Σὰν κωλοτούµπα καὶ
πέσιµο ἀνάσκελα πάνω στὴ γέφυρα τοῦ
Ἐγρίπου κείνου τοῦ στριφνοῦ Φωκιδέα
ἐκτελωνιστῆ. Πάντως ἀστεῖα ξέ-ἀστεῖα,
ἀλήθεια ἢ ψέµατα ‒ὅ,τι θέλετε πεῖτε‒ κεῖνα
τὰ ψάρια ἔτσι φαγώθηκαν.
Σουρουπώνει στὴ Χαλκίδα. Ὁ Λιµενάρχης Εὐρίπου στέκεται στὸ τελείωµα τοῦ
παραλιακοῦ πεζόδροµου, ποὺ φέρνει σὲ
κατάστρωµα πλοίου, ὄρθιος πλάι στὸ
«Κόκκινο σπίτι». Σὰ νὰ µοστράρει πάνω
στὴ γέφυρα καὶ ἐπιθεωρεῖ τὸ λιµάνι. Ἀναθυµιέται γραψίµια καὶ διαβάσµατα ἀµέτρητα καὶ ὅσα ἀποκόµισε ἀπὸ τὰ λιγοστά
του ταξίδια. Μονάχα τὸ κελὶ τοῦ κρατητηρίου τῆς Μύρινας νὰ θυµηθεῖ ‒ποὺ στάθηκε
προσωρινὸ
κατάλυµα
τοῦ
νεοδιόριστου καθηγητῆ‒ ἢ τὴν βαρύτιµη
νίκη ποὺ κατήγαγε στὴν Κακοπετριὰ
‒viva κύπριδα Βικτώρια!‒, πάµπλουτος
αἰσθάνεται.
Ὑπὸ τὸ ὄµµα του, σὲ ἑστιατόριο παραθιναλός, ἐνῶ τὰ τρελὰ νερὰ χοροπηδοῦν
σὰν γρήγορο ποτάµι, ὁ Νίκος Γ.Π. ποὺ
γλῶσσα δὲν λέει νὰ βάλει µέσα, ὁ παίζωγράφος ποιητής, βοτανολόγος καὶ φαρµακοποιὸς τῆς Σαλονίκης, κρατᾷ στὸ χέρι
µία τρίαινα-πιρούνι καὶ ἀπειλεῖ τὸν ὁµοτράπεζό του «µὴ τυχὸν καὶ κοττίσει νὰ ζυγώσει τὶς ψαροῦκλες». Εἶναι σὲ θέση νὰ
τοῦ καµακώσει εὐθὺς τὶς ἀνάστροφες τῶν
χεριῶν ἅµα τολµήσει κι᾿ ἁπλώσει. Δικαίως
καὶ καλότατα. Διότι µόνος αὐτὸς ἀφοῦ
εὐσεβάστως δεήθηκε µπροστὰ στὰ δυὸ
ἄθλια τηγανητὰ σαυρίδια ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ δύστροπος ἐκτελωνιστής, σ᾿
ἐκεῖνο τὸ δεῖπνο τῆς συµφορᾶς, τὰ ἐπλήθυνε καὶ τὰ µεγέθυνε θαυµασίως ὅπως κάποτε ἔπραξε ὁ Θεός του. Ἀσηµένιοι σαργοί,
τσιποῦρες καὶ συναγρίδες, χαλκόχρωµα
καὶ ἐρυθρόµορφα φαγκριά, µπαρµπούνια,
λυθρίνια καὶ ἀστακοὶ καταβροχθίζονται
ἐν ἀκαρεῖ. Λέπι δὲν ἀποµένει στὴν πιατέλα
γιὰ τὸν ἄλλον. Πέφτει αὐτὸς κάτω καὶ
σπαράζει ἀπὸ τὰ γουργουρητὰ καὶ τοὺς
φοβεροὺς κολικοὺς τῆς πείνας.
Κάλλιστα µπορεῖ καὶ ἐποπτεύει ἀπὸ

ἐδῶ ὅλο τὸ µέρος ὁ λευκοντυµένος λιµενάρχης, µὲ τὶς χρυσὲς ἐπωµίδες νὰ κάθονται αὐστηρὲς καὶ ἐπίσηµες στοὺς δυό του
ὤµους. Ἀπὸ τὴν παλιὰ σιδερένια γέφυρα
στὰ ζερβὰ κι᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀκτογραµµὴ
στὰ δεξιά του µέχρι πάνω ψηλὰ κατὰ τὸ
Καντήλι καὶ τὴ Λίµνη (του). Ἀπέναντι, στὴ
γῆ τῆς Βοιωτίας ‒πολὺ σιµά‒ ὑψώνεται ὁ
ὀγκόπαγος τοῦ Κάστρου τοῦ Καράµπαµπα. Στὸν πιὸ ψηλό του τοῖχο ἐπάνω, ἀπ᾿
ὅπου προβάλλει ἕνα παλιὸ κανόνι ρούσικο, πιάνει τὸ µάτι του τὸν γέρο Σκὰρ νὰ
ἔχει καβαλήσει τὸ πυροβόλο ἱππαστί, σάµπως παιδὶ πάνω σὲ ράχη ξύλινου ἀλόγου.
Κρατᾷ στὸ ἕνα χέρι τσιγάρο καὶ τὸ φουµέρνει κοιτάζοντας τοὺς γλάρους νὰ περνοῦνε ἀδέρφια ὑψωµένα στὸ δείλι. Στὸ
ἄλλο του τὸ χέρι κρατεῖ φιγούρα τοῦ Βεληγκέκα, ποὺ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ἀπὸ λαµαρίνες καὶ χρωµατιστὰ γυαλιά, καὶ τὴν
σβουρίζει πέρα δῶθε σὰν φουρφούρι
ἀπειλῶντας µὲ φοβέρες τροµερὲς τὸν
κόσµο ὅλον. Μὲ τὰ µπατζάκια µαζεµένα
παίζει τὰ πόδια του στὸ κενὸ λὲς καὶ ψαρεύει στὴν προβλῆτα. Περιµένει ὁ Σκὰρ νὰ
φανεῖ τὸ καράβι µὲ τὰ γυάλινα πανιά.
Κάτω ἀσπρίζει τὸ ἐγκαταλειµµένο του
µνῆµα.
Ἡ µπάντα, ποὺ θὰ συνοδέψει τὸ νυκτερινὸ ἄγηµα παρελάσεως πρὸς τιµὴν
τῆς Μαρίας Δεπάνου, ἔχει παραταχθεῖ
δίπλα στὴν προτοµὴ τοῦ ἀφανοῦς ἐν ζωῇ
Χαλκιδαίου βιολιστῆ καὶ συνθέτη Σκάλ. Ὁ
µαθητὴς τοῦ Λιµενάρχη Δηµήτρης Χριστοδούλου, ποὺ διευθύνει περιπαθῶς τὸ
µουσικὸ σύνολο, ἐπέλεξε γιὰ τὴν περίσταση τὴν εἰσαγωγὴ ἀπὸ Τὰ Παγανὰ τοῦ
συνθέτη. Ἕνα molto allegro e vivace ποὺ
ἀκούγεται σὰν ἤρεµο ἐµβατήριο.
Πάνω στὴν παλιὰ γέφυρα, ἡ ἡρωὶς
Ὑλαγιαλὴ χειρονοµεῖ ἐπὶ µαταίῳ, ἐρήµην
τοῦ Λιµενάρχου. Τὸ κάποτε λευκὸ πλοῖο
τῆς γραµµῆς τῶν βορείων Σποράδων Παπαδιαµάντης ΙΙ …µεταγλωττισµένο (γράφε
«µετονοµασθέν») σὲ Musteru καὶ βαµµένο
µπλέ, βυθίζεται ἀργά «ἀπὸ µετατόπιση
φορτίου» (µεγάλο βάρος ἡ γλῶσσα…) σὲ
τόπο ξένο. Στεκάµενο ἀρόδου στὸ Porto
Mosquito τοῦ Πράσινου Ἀκρωτηρίου. Ἡ
γυναῖκα κουµαντάρει ξέψυχα, τὶς σωστικὲς ἐντολές [«Πρόσω ἠρέµα…» ἢ «Ἀνάποδα…»]
τὸ
µεταγλωττισµένο
«Παπαδιαµάντης». Τὸ πλοῖο µπατάρει καὶ
βυθίζεται ἀργὰ µὰ σταθερά. Ἡ Ὑλαγιαλὴ
ὑφαρπάζεται ἀπὸ πυκνὰ νέφη καὶ ἀναλήπτεται τὴν Τρίτη 9 Αὐγούστου τοῦ 2016. Τὸ
κατὰ κόσµον ὄνοµα αὐτῆς: Μάρη Θεοδοσοπούλου. Κάποιος σιγοτραγουδᾷ στίχους τοῦ Λιµενάρχη:
[…] ὅπου σταθῶ κι᾿ ὅπου βρεθῶ σὰν τὸ
πουλὶ
Τρέµει ἡ καρδούλα µου

Καὶ τὸ φτερό µου τρέµει.
Στὸ βάθος ἡ Λίµνη φωταγωγεῖται
ἀπὸ κρουνοὺς πυροτεχνηµάτων καὶ φωτοβολίδων καθὼς ἀνήµερα τῆς Παναγιᾶς.
Ὁ ἀειθαλὴς φωτογράφος τῆς κωµοπόλεως Γιάννης Φαφούτης, ἀκαταπόνητος
περιπατητὴς καὶ φίλος ὁρκισµένος τοῦ Λιµενάρχη, ὑποτονθορύζει λέξεις παρηγορητικὲς καὶ ἰαµατικές. Ἕνας γρέγος
συνήγορος φέρνει στὸ αὐτὶ τοῦ Λιµενάρχη
παράκτιες ὀνοµατοθεσίες τῆς γενέτειρας:
Ἀµπουριά, Κατούνια, Καρουµπιά, Καλαµίτσι, Κουκουναριές, Πηγαδάκι, Μαράντζα, Κοχύλι, Ταµπακαριά, Προσκοπεῖο,
Ἄσπρες Χῆνες…
[…] πάντα στὴν πλώρη, πανὶ κι᾿
ἀλκυόνα κι᾿ ὄνειρο στὸν ὁρίζοντα τοῦ Βόρειου Εὐβοϊκοῦ!... ἀπαντᾷ, σὰν νὰ τὸν ἔχει
σιµά του τὸν Γιάννη, ἐκεῖνος.
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ, Σεπτ. 2016

Ἕνα µικρὸ σηµείωµα
εὐχαριστιῶν.
Γιὰ τὸν µόχθο καὶ τὴν
ἀγάπη τῶν συνεργατῶν.
Τὴν Δήµητρα Λαµπρέτσα καὶ τὸν Πέτρο Χριστούλια γιὰ τὴν ὀµορφιὰ
τῶν σχεδίων τους.
Καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Σπ.
Τσιώλη γιὰ τὴν µατιὰ
τοῦ φίλου ποὺ συνοδεύει
στὴν πορεία.
ανπ
Γρεβενά, Δεκ. 2016

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος κ.λπ.

Ἦτο κάτι σὰν ἠλεκτρονικὴ τελεσιγραφικὴ ἐντολή:
«ΝΔΤ, 500».
Κωδικὸς µυστικός; Χαλκίδα!
- Ἐλήφθη...
Ἀναγραµµατίζω τὸ τριγράµµατον (κατὰ τὸ µητροπολιτικὸν
ἐκλογικὸν τριπρόσωπον) ΝΔΤ ὡς ΔΝΤ γιὰ νὰ ἔρθω στὸ ἀρκτικόλεκτον
ποὺ πολὺ στὸ ρουθοῦνι ἐσχάτως µᾶς ἐµβῆκε... ὡς ἡ σκαµπαβία ἢ τὸ
βρίκιον τοῦ µπάρµπα Ἀλέξη τοῦ Πάντα Ρώτα, ὅστις κατατρόµαξεν τὸν
ξηριανὸν καράβλαχον ‒Ἄχ, βρὲ καραβά, ἂχ βρὲ καραβά‒ στὸν µικρὸ
λιµένα τῆς νήσου, κι᾿ ὁ «Λιµενάρχης Εὐρίπου» νὰ τὸ καθοδηγεῖ νὰ τοῦ
φκιάχνει τὰ χαρτιὰ πλεύσεως, νὰ διορθώνει, νὰ σβήνει, νὰ ἀντιπαραβάλει σελίδες, µέχρις νὰ ξανασυνθέσει τὸ Ὑπερωκεάνιον ΑΠΑΝΤΑ εἰς
τόµους 5 καὶ µία Ἀλληλογραφία, παρακαλῶ καὶ νὰ τὸ ρίξει στὰ πέλαγα (ποιὰ πέλαγα, ὠκεανοὺς δὲ λὲς καλύτερα ὅτι αὐτὰ δὲν χωροῦν
στὶς γλυκὲς Ἄσπρες θάλασσες τοῦ Ἀρχιπέλαγους ἀλλὰ στὶς ἄλλες τὶς
γλαυκὲς τῶν βορείων ὁριζόντων καὶ βάλε).
Οἱ περιοδικές µας ἐφήµερες ὁµάδες λαµβάνουν θέσιν ἀναµετρήσεως.
Νεφούρια (ἄρτι ἀφιχθὲν τὸ νέον τεῦχος 33 τῆς 24σέλιδης ἄνευ
διακριτῶν ἐξωφύλλων – κατευθείαν στὸ θέµα‒ ἐπιθεώρησης τῶν ἀντίθετων ὑδάτινων ρευµάτων ποὺ ὅταν συναντιοῦνται ἀλληλοπεριχωροῦνται).
Παπαδιαµαντικὰ Τετράδια τχ. 10 (τὸ δέκα τὸ καλό τους ἦταν
µήπως δὲ καὶ τὸ τελικό τους;)
Ἐπιστολὲς καὶ γράµµατα σὲ κόλλες ἐγχάρακτες καὶ «Ἀγαπητὲ
κύριε Β. Π. Καραγιάννη...». Τί ὡραῖον αἴσθηµα ἐπικοινωνίας τώρα ποὺ
µᾶς βούλιαξαν τὰ πληκτρολόγια καὶ τὰ δίκτυα δίχτυα. Ἐρωτικὸν θὰ
τὸ ἔνιωθα καὶ θὰ τὸ ἔλεγα καλύτερα, ἂν δὲν ἀπαρεξηγούµην. (Αὐτὸς
οὗτος).
Παρέµβαση (τχ. 182 ἑτοιµάζεται)
Τύρβη (τχ. 7 ὡς συντεχνίτης)
Χρονικὰ Δυτ. Μακεδονίας δηλ. Γρεβενῶν (σὺν Θεῷ 700 κοµµάτια
χωρὶς θρύψαλα ‒ κουράγιο ἐκδότα τὸ πρῶτον κι᾿ ἀναγνῶστα µετά).
(Ἡµεῖς αὐτοί).
Ἀποτέλεσµα 3-3
Ὅσο µποροῦσα καὶ µπορῶ τὸν συµµαζεύω στὰ ἴδια µου συρτάρια ράφια σὲ δίπλες καὶ τρίπλες τῆς σκέψης καὶ τοῦ νοῦ. Πλὴν ἐφράκαρα. Τί νὰ πῶ ἄλλο; Πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου δὲν τραβάω ἕνα ποίηµα τοῦ
χεριοῦ καὶ τοῦ γραφείου, εἶπα, (καὶ τὸ κάνω) ἔτσι ὡς συµπληρωµατικὸν λεκτικὸν ἄρτυµα (κι᾿ ἂς εἶναι ἄθυρµα πνευµατικόν).
Ἰδοὺ ἡ «Ἐπίσκεψις» λοιπόν.
Ὅταν τὸν ηὗρα σπίτι του ὁδὸς Χ. Θεοχάρη ἀριθµὸς τρία
εἶχα ἀπὸ τὴν πόλη γνώσεις θάλασσας ἀπανωκατωµένη
ἐρχόµουν ἀπὸ µέρη ἀθαλάσσια µὲ πετρώδη ἀσυµµετρία
καὶ τὸ Νεγκρεπόντε Θεσ/νίκης ὁδὸς Αἰγύπτου ἀγαπηµένη
Ἐκλωθογύριζα τὰ λόγια µου ἀλλὰ ὡς ποῦ νὰ τὰ φτάσεις
ἀπὸ τὶς τόσες σηµειώσεις σου ποὺ ἔψαχναν ἀπαντήσεις
Βίωνες µόνον τὸν ἀντίλαλό του σ᾿ ὅλες τὶς προεκτάσεις
Καὶ οὔτε ποὺ ἤθελες στὸ νῦν τοῦ κόσµου νὰ γυρίσεις

Ἡ ὥρα ἐννοεῖται πέρασε τὸ ἀπόγευµα µᾶς προσπερνοῦσε
Οἱ ὑποχρεώσεις ἔτρεχαν καὶ τὰ Νεφούρια ἀδηµονοῦσαν
Ἡ γλύκα τῆς ἐπίσκεψης σιγὰ σιγάθεν µᾶς ἀποχαιρετοῦσε
κάποιες δὲ καµπάνες στὸν ἑσπερινό τους µᾶς καλοῦσαν
Θὰ ἔχω νὰ λέω τὸ λοιπὸν µετὰ τὴν δηµοσίευσιν ἐδῶ
πὼς τοῦ Σκαρίµπα τὴν προτοµὴ (ἄγαλµα) ναὶ µὲν εἶδα
ἀλλ᾿ ὡς ὁ Σουρούπης στὸ «Σόλο» του χωρὶς καµιὰ αἰδῶ
τὸν ὁσιογράφοντα ΝΔΤ ἐπροσκύνησα εἰς τὴν Χαλκίδα

Ἐφωτογραφήθηµεν στὸ µπαλκόνι καὶ µόνος µου δὲ στὴ Γέφυρα
καὶ στὸν ἄδειο µὴ κι᾿ ἀνενεργὸ Σ. Σταθµό.
Κυρ᾿ Ἀντώνη οἱ λέξεις µου ἄχρι τέλους εἶναι 486. Δὲν µπόρεσα
νὰ τὶς φτάσω 500.
Κι ἅµα σ᾿ ἀρέσουν…
Ἁγίου Φιλίππου ἀρχὴ νηστείας
B. Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

13

Δ.Ν.Τ ἢ Ν.Δ.Τ.

Ἄνοιξη τοῦ 2001 ἢ καλύτερα 90 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίµηση τοῦ Παπαδιαµάντη. Ἔτσι µετριέται, σηµαδεύεται ἀλλὰ καὶ πιστοποιεῖται καλύτερα ὁ χρόνος. Προφανῶς ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ πέρασµα
ἐξαιρετικῶν προσώπων ἐπὶ τῆς γῆς... Ἄλλωστε ἔτσι διαχωρίστηκε τὸ
σύνολο τοῦ χρόνου π.Χ. καὶ µ.Χ. Ὅπως διαχωρίστηκαν τὰ νερὰ τοῦ
Νείλου γιὰ τὸ πέρασµα τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴν γῆ
τῆς Ἐπαγγελίας. Ἕνα Πάσχα...
Τότε λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς χρονιᾶς ἂν ὄχι ἀπὸ τὸ τέλος τῆς
προηγούµενης χρονιᾶς εἴχαµε προγραµµατίσει ἕνα ἀφιέρωµα στὸν
διηνεκῆ πασχαλινό µας ψάλτη Ἀλέξανδρο Παπαδιαµάντη. Τὸ βαρὺ
χαρτὶ ἔτσι κι᾿ ἀλλιῶς θὰ ἦταν ὁ Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος
(Ν.Δ.Τ.). Ὁ κριτικὸς ἐκδότης τοῦ Παπαδιαµάντη. Αὐτὸς ποὺ ξέρει τὸν
Μεγαλέξανδρο Παπαδιαµάντη καλύτερα ἀπὸ ὅλους, ἀκόµη καὶ ἀπ᾿
τὴ µάνα του. Ἐν τῷ µεταξὺ ὁ Κωστῆς Παπαγιώργης θὰ ἐκδώσει τὸν
ἐκπληκτικὸ «Ἀλέξανδρο, Ἀδαµαντίου, Ἐµµανουήλ». Ὁ δρ Στέλιος Παπαθανασίου δὲν ἔχει ἐκπονήσει ἀκόµη τὸ δεύτερο ντοκτορά του, αὐτὴ
τὴ φορὰ γιὰ τὸν Σκιαθίτη, ἀλλὰ εἶναι δεινὸς παπαδιαµαντολόγος καὶ
θὰ µοῦ δώσει τὸ τηλέφωνο τοῦ κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Μὲ λίγα
λόγια βγάλτα πέρα µόνος σου. Καὶ ἐδῶ ἀρχίζουν τὰ δύσκολα... Γιὰ ποικίλους λόγους, ἕνα ἀκόµη βαρὺ χαρτὶ στὸ ἀφιέρωµα, ἦταν καὶ αὐτὸ
τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Αὐτὸ ὅµως θὰ ἐρχόταν µὲ µέριµνα
τοῦ γραφείου Ἀθήνας.
Ἡ ὅλη ἐπιµέλεια τοῦ ἀφιερώµατος τῆς «Πανσελήνου», τοῦ πολιτιστικοῦ ἐνθέτου τῆς «Μακεδονίας τῆς Κυριακῆς» ποὺ διευθύνει ὁ
Γιῶργος Σκαµπαρδώνης, ἦταν δική µου εὐθύνη.
Ἡ «παγίδα» γιὰ νὰ πιαστοῦν στὴ φάκα ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος καὶ ὁ Κ. Παπαγιώργης θὰ ἦταν ἡ πρόταση νὰ ἀπαντήσουν
γραπτῶς σὲ ἀντίστοιχες ἐρωτήσεις. Αὐτὰ ὅµως ἐλέχθησαν στὸ βιβλίο
µου (γιὰ τὸν Παπαδιαµάντη) ‒ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης τῶν «Ὁραµάτων καί θαµάτων» θὰ ἔλεγε ὅπως γράφω στὸ ἄλλο βιβλίο, στά
«Ἀποµνηµονεύµατα».
Καὶ νὰ ποὺ τὸ µυαλό µου, αἴφνης, πάει ἀρκετὰ χρόνια πίσω καὶ
θυµᾶµαι ἕνα κείµενο τοῦ Ν.Δ.Τ. ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ µὲ τροµοκρατήσει.
Πάντως ἤµουν σίγουρος πὼς ὁ ἐν ἐγρηγόρσει «ἡσυχαστής» καὶ οὐδέποτε ἐφησυχάζων φιλόλογος καὶ λογοτέχνης τῆς Χαλκίδας δὲν θὰ ἔπεφτε µὲ τίποτε στὴν παγίδα. Ἀλλά ἂς ἔλθουµε στὸ τροµοκρατικὸ
κείµενο. Γράφει ὁ Ν.Δ.Τ.: «Δηλώνω λοιπὸν δηµόσια, κυρία Ἀντωνέλλα
καὶ κύριε Ν., πὼς µολονότι δὲν ὠµοφαγῶ συνήθως, θὰ σᾶς ξεκοκκάλιαζα λίαν εὐχαρίστως, χωρὶς µάλιστα τὶς πολυτέλειες τῆς σούβλας,
τοῦ σκόρδου, καὶ τοῦ µαϊντανοῦ. Ὕστερα, θὰ ἐρχόταν ἡ σειρὰ τοῦ τυπογράφου καί τοῦ διορθωτῆ, µὲ τὴν βοήθεια τῶν ὁποίων κατορθώσατε ὅσα παρακάτω θὰ ἐκθέσω...». (Ἀναφερόταν σὲ κακοποίηση τοῦ
Παπαδιαµάντη σὲ µία παιδικὴ ἔκδοση). Ὢχ µὲ τὰ πούπουλα, Κοῦκε
µου, θὰ σὲ φάει αὐτός, σκέφτηκα... Πρᾶγµα ποὺ δὲν συνέβη βέβαια.
Ὅλα ἐξελίχτηκαν ὁµαλὰ µὲ τὴν ξόβεργα ‒γιὰ νὰ µείνουµε στὴν πτηνολογία‒ νὰ λειτουργεῖ καίρια. Ἡ συνέντευξη δηµοσιεύεται καὶ στὸ Ν.
Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Ἀποσπινθηρίζοντας, Σπουδάµατα στὸν Παπαδιαµάντη», (ἐκδόσεις Ἴνδικτος).
Στὴν εἰσαγωγή, τοῦ ἀφιερώµατος τῆς «Πανσελήνου» τῆς «Μακεδονίας», τὴ συνέντευξη τοῦ Ν.Δ.Τ. τὴ χαρακτηρίζω ὡς συγκλονιστική. Γι᾿ αὐτὸ πάρτε... ἕναν γερὸ συγκλονισµό:
«Μοῦ εἶχε πεῖ ὁ Δηµήτρης Μαυρόπουλος τοῦ 'Δόµου' πὼς τοῦ
παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο ὁ Παπαδιαµάντης καὶ τοῦ βεβαίωσε πὼς
ὅσο παλεύουµε µὲ τὰ Ἅπαντά του νὰ µὴ φοβόµαστε, δὲ θὰ πάθουµε
κακό. Λίγες µέρες ἀργότερα, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τὸ αὐτοκίνητο ποὺ
ἔφερνε στὴ Χαλκίδα τὸ τετραµελὲς προσωπικὸ τοῦ Γυµνασίου Στενῆς
πῆρε µία τρελὴ τούµπα. Σύρθηκε πενῆντα µέτρα δίχως νὰ πέσει σὲ
γκρεµό, νὰ συγκρουσθεῖ µὲ ἄλλο ἢ νά πάρει φωτιά. Βγήκαµε ὅλοι
σῶοι, οἱ τρεῖς δίχως ἀµυχὴ κι᾿ ὁ ὁδηγὸς µὲ ἕνα µικρὸ σχίσιµο στὸ κεφάλι –πρὸς νουθεσίαν».
Ὁπότε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ οἰκονοµικὰ µνηµόνια καὶ τὸ Δ.Ν.Τ. (Διεθνὲς
Νοµισµατικὸ Ταµεῖο) ὑπάρχει καὶ ἡ µνήµη ἢ ἀκόµη καὶ τὰ µνηµόσυνα γιὰ ἀείζωα µυστήρια. Καὶ ὁ ἐκλεκτὸς Ν.Δ.Τ. θὰ µποροῦσε καίρια
µὲ τὸ ἔργο καὶ τὴν πολυποίκιλη παρουσία του νὰ γεµίσει τὴν τράπεζα
καὶ τὰ ἄδεια ταµεῖα µας, τόσο µὲ Ἀλέξανδρο Παπαδιαµάντη ὅσο καὶ
µὲ τὴν προσωπική του ἀειφορία ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ παραδεδοµένου
του λόγου ποὺ γεύτηκε. Τοῦ εἴµαστε, λοιπόν, εὐγνώµονες γιὰ πολλά...
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΚΟΣ

14

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Σὰν γράµµα

Ποιὸς θὰ µοῦ τό ᾽λεγε, πὼς θά ᾽γραφα ἕνα
κείµενο γιὰ ἀγαπητό µου πρόσωπο ἐν ζωῇ!
Καὶ πῶς νὰ σοῦ γράψω ἐπαίνους, ἀδελφέ, ποὺ
ξέρω πὼς δέν σ᾿ ἀρέσουν – oὔτε τοῦ δήµου οὔτε
τῶν ἀδελφῶν σου. Ἂν ἦταν τοῦ µακαρίτη τοῦ
Ζ. ἴσως. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὅ,τι εἶχε νὰ πεῖ τό ᾽πε. Τώρα
σιωπᾶ ἢ µᾶλλον προσεύχεται.
Παίρνω ἀφορµὴ γιατὶ ἡ κόρη µου Θέκλα
µοῦ ᾽πε ὅτι τῆς εὐχήθηκες γιὰ τὴ γιορτή της•
καὶ σοῦ λέω ὅτι σ᾿ ἀγαπάει τόσο, ποὺ νοιώθει
εὐλογηµένη γιὰ τοῦτο τὸ τηλεφώνηµά σου καὶ
µόνο. Ἔτσι ὅµως µὲ συνεπῆραν ὅσα θὰ µποροῦσα νὰ σοῦ πῶ, ἀλλὰ ποῦ καιρός!
Βρισκόσουν ἀπὸ πάντα χαµένος στὸν κόσµο
τῶν βιβλίων• πάντα µὲ θάλασσες κοντινὲς καὶ
µακρινές, µὲ ποίηση καὶ µὲ ἔρωτα γιὰ τὴ Χαλκίδα καὶ τὶς τριφωνο-τετράφωνες χορωδίες.
Ἀπὸ µικρὸς (λίγο µεγαλύτερός µου) µ᾿ ἕνα βιβλίο στὸ χέρι καὶ µὲ τ᾿ ἄλλο νὰ στρουφίζεις καραβόλια τὰ µαλλιά σου, µέχρι ποὺ τά ᾽χασες.
Καὶ τὰ διάβαζες ὅλα, ἀκόµα καὶ τ᾿ ἀστυνοµικὰ
µὲ τοὺς µυστήριους φονιάδες (θυµᾶσαι ποὺ “Ἡ
Μάσκα” ἦταν ἀπαγορευµένος καρπὸς γιὰ τὸ
σπίτι; Ἐσὺ εὕρισκες τὸν τρόπο σου!). Ἀλλὰ ποῦ
καὶ ποῦ σ᾿ ἔπιανα νὰ γράφεις, τάχα µου τοῦ
σχολείου, ἀλλὰ µετὰ ἔστελνες –καὶ µάλιστα
στίχους– σὲ περιοδικὰ ἢ κάπου τὰ καταχώνιαζες. Ἡ µάνα ἀνησυχοῦσε µ᾿ αὐτὴ τὴν κρυπτικότητά σου, ὁ πατέρας παρέµενε ὀλύµπια
γαλήνιος, λὲς κι ἤξερε ὅτι ὁ µεγάλος του γιὸς
δὲν θ᾿ ἀργήσει, µ᾿ ἀέρα στὰ πανιά του, ἀργὰ ἢ
γρήγορα νὰ ξεβραστεῖ µὲ πλῆµα τὰ νερὰ στὴ
Σκιάθο, στὸ κατώφλι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Γέροντα – ἕνας ναὸς µόνος του! –, τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, λέω• µὰ καὶ χωρίς νὰ σ᾿ ἀφήνει, φεῦ,
ὁ σεβντὰς γιὰ τὸν ἐκκεντρικὸ ἀγαπητικὸ τῆς
Χαλκίδας, πού ‒ἐκεῖνος ᾽κεῖ‒ τῆς εἶχε βρεῖ τὸ
κουµπὶ ὅσο κανείς. Σπουδαῖος της πιερότος!
Κάπου κεῖ, στὰ 34 µὲ 35, ἔκοψες τὰ παιχνίδια,
πῆρες τὰ δικά σου βήµατα, σὰ νὰ κλείστηκες
ἀνεπαίσθητα. Κι ὅµως µέχρι τότε – καὶ λίγο
ἀργότερα, στὰ 37 µου, πού ᾽φυγα γιὰ Γρεβενά –
µαζὶ στὴν Ἁγία Ἀναστασία Πολυγύρου, µαζὶ
νωρὶς στά “αἰώνια” (ξέρεις ἐσύ...), µαζὶ στὸ Ζ΄
Δηµοτικὸ Χαλκίδος, µαζὶ στὸ ψαλτήρι τοῦ
Ἀνδρέου στὸν Ἅγιο Νικόλαο, µαζὶ στὴ γερµανικὴ κατοχὴ καὶ τὴν ἄλλη, τὴν πολὺ µικρὴ
τῶν ἀνταρτῶν, µαζὶ στὴ στενοχώρια γιὰ τὴν
ὁµηρεία τοῦ πατέρα, µαζὶ στὴ Σουβάλα, κοντὰ
καὶ στοὺς σχολικοὺς βαθµούς, µὲ τοὺς ἴδιους
δασκάλους καὶ βάλε κι ἄλλα “µαζί” (στὶς κέτσες, στὴ µπάλα, στὸ γήπεδο...).
Κάπου στὸ Β΄ Γυµνάσιο Ἀρρένων τῆς Ἀβάντων, γύρω στὸ ᾽50, χωρίσανε οἱ δρόµοι µας. Τὰ
φτερά µου µεῖναν λειψά, διπλάσια τὰ δικά σου
καὶ πέταξες σὲ ζηλευτὰ ὕψη.
Τὰ λέω κι ἂς µὴ σ᾿ ἀρέσουν αὐτά, ἀδελφέ: Σ᾿
ἀγαπῶ καὶ σὲ χαίροµαι. Ἀκόµα καὶ τώρα ποὺ
γεράσαµε – χωριστά.
Ὁ µετὰ ἀπὸ σένα

Scenae vitae
Frater minor

Φέτες ζωῆς λιποβαρεῖς, καθόλου ἀπροσωπόληπτες.
Φωτογραφία µὲ ὁµήλικούς του πιτσιρικάδες σὲ παραθαλάσσια πλατεία τῆς
Χαλκίδας τὸν δείχνει µὲ ἀθῶο, µισόκλειστο βλέµµα, σὰ νὰ ὀνειροπολεῖ. Ἀδύνατο νὰ τὸν ἀποσπάσεις στὴν ἐφηβεία ἀπὸ διαβάσµατα καὶ φαντασιώδεις περιπλανήσεις –ἀθάνατε Ἰούλιε Βέρν!–, ποὺ ἀναδύθηκαν ἀργότερα σὲ
σκαριµπικά, πεντζικικά, παπαδιαµαντικὰ ἢ ἄλλα γραπτά του. Νωρίτατα εἶχε
βρεῖ τὸν δρόµο του καὶ δὲν βρῆκε ἐµπόδιο ἀπὸ τὸν φιλόλογο πατέρα νὰ τὸν
ἀκολουθήσει στὸ λειτούργηµά του.
Ὁ ὀνειροπόλος πρωτότοκος κληρονόµησε σωµατικὰ καὶ ψυχικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ γεννήτορος, ἀλλ᾿ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνον διεκδικεῖ βραβεῖο ἀγοραφοβίας – µὲ σηµαίνουσες ἐξαιρέσεις. Στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ λόγου χάριν,
Βώκου 53 καὶ Βουδικλάρη, µάζευε τὴ γειτονιὰ παίζοντας Καραγκιόζη µὲ τὸν
δευτερότοκο Γιάννη. Ὁ ἀπόκοσµος παθιαζόταν στὸ γήπεδο γιὰ τὴν ἀγαπηµένη του ποδοσφαιρικὴ ὁµάδα – οἱ γνωστοί του ἀποροῦσαν ἂν ἦταν πράγµατι
ἐκεῖνος! Μὲ τὰ ἀτέλειωτα κολύµπια του (καὶ ψαρέµατα!) στὴ Χαλκίδα καὶ τὴ
Λίµνη, χρίστηκε προπονητὴς τῆς γυµνασιακῆς ὁµάδας πόλο στὴ Λῆµνο, ὅπου
δίδαξε τὴ δεκαετία τοῦ ᾽82 µετὰ τὴν Κύπρο, πρὶν ἐπιστρέψει στὴ Χαλκίδα. Στὸν
χῶρο διδασκαλίας καθολικὴ ἔκλειψη ἀγοραφοβίας – ἔρως παιδείας, τί ἄλλο;
Ἄλλες µόνιµες ἀγάπες του: τὸ (τότε) Βασιλικὸ Ναυτικό, Χαλκίδα, Βόρειος
Εὐβοϊκὸς καὶ Λίµνη –γενέτειρα τῆς µάνας–, Λῆµνος, Κύπρος• Παπαδιαµάντης,
Σκαρίµπας, Πεντζίκης, Λορεντζάτος, Σολωµός, Σεφέρης, Θεοτοκάς, Παπατσώνης, Παῦλος Μελάς καὶ πολλοὶ ἄλλοι – ἀφήνω κατὰ µέρος πλῆθος ξένων
συγγραφέων, ἀλλά µνηµονεύω τουλάχιστον Ντοστογιέφσκι, Ἔλιοτ, Γκράχαµ
Γκρήν, Σολζενίτσιν, Κλωντέλ, Κρόνιν. Ἀκόµα, λειτουργίες κολλυβαδικές – καὶ
ἂς µὴν ἀξιώθηκε νὰ γευθεῖ Ἁγίου Ὄρους! –, γλωσσολογία καὶ λεξικοµανία,
παιδικὰ περιοδικά, χορωδίες φοιτητικῶν οἰκοτροφείων, πρόσκοποι, σαλοὶ διὰ
ἔρωτα – ἐπιλήψει µε ὁ χῶρος!
Λίγοι στὸν τόπο µας ἐγκολπώθηκαν τὸ δεξιὸς µὲ τοὺς ἀριστεροὺς καὶ ἀριστερὸς µὲ τοὺς δεξιούς: γνωστὴ ἡ ἀπέχθειά του γιὰ τὸν κοµµατικὸ συνδικαλισµό, ἰδιαίτερα στὸν χῶρο τῆς παιδείας, ποὺ τὸν στηλίτευε σ᾿ ἐποχὲς ὄχι
ἀκίνδυνες.
Μὲ σκληρὴ αὐτοπειθαρχία, συχνότατα εἰς βάρος τῆς οἰκογενειακῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς, δὲν εἶναι ν᾿ ἀπορεῖ κανεὶς γιὰ τὸν µέγα ὄγκο τῶν γραπτῶν του,
γραµµένων –κατὰ κανόνα σὲ ἀλλεπάλληλα σχέδια– στὸ χέρι. Φίλος ποὺ τό
᾽βαλε σκοπὸ νὰ τιθασσεύσει βιβλιογραφικὰ τὸ δηµοσιευµένο ὑλικό, δὲν περίµενε ὅτι θὰ ἐξακοντιζόταν τόσο ψηλὰ ὁ ἀριθµὸς τῶν ληµµάτων! Ὁ ὄγκος ἐπίσης τῆς ἀλληλογραφίας του πόντος ἀτρύγετος. Γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου ὁ
λόγος ἀνήκει σὲ ἄλλους.
Διόλου παράδοξο ποὺ οἱ µύχιες ἀγάπες του συγκεφαλαιώθηκαν στὸν ἰσόβιο, σχετικὰ ὄψιµο ἔρωτά του, τὸν Παπαδιαµάντη: Ὀρθοδοξία ἁπτὴ ὡς ἔµπρακτη βίωση, πατρίδα πανταχοῦ παρούσα, λογοτεχνία στὸν κολοφώνα της καὶ
φιλολογία ἀναµοχλεύουσα ἀδιάκοπα γλωσσικὲς στρώσεις. Ὁ Ἄλλος πρέπει νὰ
τοῦ ἔκανε κάποτε τὴ χάρη νὰ µιλήσουν – ἐν ὀνείρῳ, ἐγρηγόρσει ἢ συναρπαγῇ,
ἐκεῖνος τὸ ξέρει! Ἄλλωστε, ἔχουν νὰ µοιραστοῦν τόσα ἄλλα κοινά: ἀκοίµητο
πάθος γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης, ἀσίγαστη ἀγάπη γιὰ τὴ θάλασσα, λιτοδίαιτη
βιοτή, ἀπέχθεια γιὰ µακρινὰ ταξίδια, ἀποφυγὴ µαταιόσπουδης τύρβης καὶ ἐπιδεικτικοῦ ἀκτιβισµοῦ, συµπάθεια γιὰ τοὺς σαλοὺς τῆς ἀγάπης, ὑπεράσπιση
ὁσίων καὶ τιµίων πραγµάτων.
Ὁ Μέγας Σκιαθίτης εὐτύχησε νὰ τὸν ζηλεύουν καὶ νὰ τὸν µιµοῦνται νοµπελίστες• στὸν ἀναστηλωτή του δόθηκε ἡ χάρη νὰ µεταδώσει τὴν ἀγάπη γιὰ
ἐκεῖνον σὲ δεκάδες µαθητές του. Θὰ ταίριαζε θαρρῶ καὶ στοὺς δύο, τῶν ἀναλογιῶν τηρουµένων, ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίµακος:
Δεξάµενος φλόγα τρέχε· οὐ γὰρ γινώσκεις
πότε σβέννυται καὶ ἐν σκοτίᾳ σε καταλείψει.
Τρέχε καὶ φέγγε µέχρι τέλους, ἀδελφὲ ἀγαπηµένε!

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

15

Λίγες νύξεις γιὰ τὸν Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο
ὡς φιλολογικὸ ἐκδότη

Ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος εἶναι µία
µοναδικὴ περίπτωση στὰ νεοελληνικὰ
γράµµατα: φιλόλογος, ποιητής, πεζογράφος, µεταφραστής, συγγραφέας διδακτικῶν δοκιµίων, φιλολογικὸς ἐκδότης
πολλῶν κειµένων, ἐπιµελητὴς συλλογικῶν τόµων, διευθυντὴς περιοδικῶν
καί, τέλος ἢ καὶ κυρίως, συγγραφέας ἀµέτρητων κειµένων σὲ εἶδος µεικτό, λογοτεχνικῶν καὶ φιλολογικῶν ἀξεχώριστα.
Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ τὸ γοητευτικότερο κοµµάτι τοῦ ἔργου του, τὰ πάµπολλα δηλαδὴ φιλολογικὰ κείµενα ποὺ
ἔχει γράψει µὲ τὸν τρόπο τῆς λογοτεχνίας•
δὲν ἐννοῶ ποὺ διαβάζονται ὡς λογοτεχνία ἐπειδὴ εἶναι καλογραµµένα, ἀλλὰ
κείµενα ποὺ ἐξαρχῆς εἶναι σκηνοθετηµένα καὶ γραµµένα ὡς λογοτεχνία. Δὲν
ξέρω ἄλλο παρόµοιο παράδειγµα στὰ
γράµµατά µας. Τὸ ἔργο του δὲν τὸ γνωρίζει κανείς, ὄχι συνολικὰ ἀλλὰ οὔτε κἂν σὲ
βαθµὸ ἱκανοποιητικό, διότι δὲν ἔχει θησαυριστεῖ σὲ βιβλία, ἀλλὰ εἶναι ἐγκατεσπαρµένο σὲ δεκάδες περιοδικὰ καὶ
ἐφηµερίδες καὶ µεγάλο µέρος του (πόσο;)
µένει ἀνέκδοτο. Ἂς προσθέσω ἐδῶ ὅτι ὁ
Τριανταφυλλόπουλος εἶναι ὁ δεινότερος
ἐπιστολογράφος ὄχι ἁπλῶς τῆς ἐποχῆς
µας ἀλλὰ τῶν γραµµάτων µας. Ἐπειδὴ
εἶµαι παραλήπτης µερικῶν ἑκατοντάδων
τέτοιων ἐπιστολῶν, µπορῶ νὰ µαρτυρήσω γιὰ τὴ φιλολογικὴ ἅµα καὶ λογοτεχνικὴ ἀξία τους.
Τό ἄκουσµα τοῦ ὀνόµατος τοῦ Τριανταφυλλόπουλου ὁδηγεῖ αὐτόµατα στὸ
ὄνοµα τοῦ Παπαδιαµάντη. Σωστά, ἀρκεῖ
νὰ µὴν εἶναι καὶ ἀποκλειστικά. Χάρις
στὸν Ν. Δ. Τ. ὁ Παπαδιαµάντης εἶναι ὁ
µόνος πεζογράφος µας τοῦ ὁποίου διαθέτουµε κριτικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων του.
Τὸ ἐντυπωσιακὸ ὡστόσο µὲ τόν Τριανταφυλλόπουλο ὡς φιλολογικὸ ἐκδότη
εἶναι πὼς δὲν ἐπαναπαύθηκε, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸ λαµπρὸ οἰκοδόµηµα τῆς πεντάτοµης ἔκδοσης, ἀλλὰ συνέχισε
ἀκάµατα νὰ διορθώνει γραφὲς τοῦ παπαδιαµαντικοῦ κειµένου. Ἡ δεκαπεντάτοµη
χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήµατος περιέχει
πλῆθος νέες γραφές. Θὰ δώσω ἕνα παράδειγµα ἀπὸ ἕνα πασίγνωστο διήγηµα τοῦ
Παπαδιαµάντη. Ἔχουµε ὅλοι µας διαβάσει καὶ ξαναδιαβάσει τὸ διήγηµα «Στὸ
Χριστὸ στὸ Κάστρο» καὶ κανεὶς ποτὲ δὲν
παραξενεύτηκε ποὺ ὁ διώκτης Ἰουλιανὸς
προσπαθεῖ νὰ δελεάσει ἕνα τρίχρονο
ἀγόρι «διὰ δώρων καὶ θυσιῶν» (4.4:6.34).
Τί δέλεαρ µποροῦν νὰ ἀποτελοῦν οἱ θυσίες γιὰ τὸν µικρὸ Κήρυκο; Ὁ Τριανταφυλλόπουλος, χρόνια µετὰ τὴν κριτικὴ
ἔκδοση, θὰ ἐµπνευστεῖ τὴ σωστὴ γραφή:
«θωπειῶν» ἀντί «θυσιῶν». Ἡ φράση βγά-

ζει πλέον νόηµα: µὲ δῶρα καὶ χάδια προσπαθεῖ νὰ τὸν ξεγελάσει. Τὴν ἐµπνέεται,
µὰ τώρα πιὰ ποὺ ἔχει ἐξοικειωθεῖ µὲ τὴ
γραφὴ τοῦ Παπαδιαµάντη, χάρις στὰ χειρόγραφα τῶν µεταφράσεων τοῦ Φίνλεϋ
καὶ τοῦ Γόρδωνος, µπορεῖ νὰ τὴν στηρίξει
καὶ παλαιογραφικά. Ἡ σωστὴ γραφὴ θὰ
τυπωθεῖ στὴν ἔκδοση τοῦ Βήµατος (τόµ. 9,
4233).
Ἡ ἀξία τῆς κριτικῆς ἔκδοσης µὰ καὶ
τῆς φιλολογικῆς δεινότητας τοῦ Τριανταφυλλόπουλου φαίνεται καὶ στὸ Γλωσσάριό της. Ἑξήντα σελίδες πιάνει στὸν
πέµπτο τόµο τοῦ Δόµου ὅταν συγκεντρώνεται ὅλο µαζί. Ἑρµηνεύονται λέξεις ἰδιωµατικές, πολὺ συχνὰ ἀθησαύριστες στὰ
Λεξικά. Ἔχουµε ἀναρωτηθεῖ πόσα χωρία
τοῦ παπαδιαµαντικοῦ κειµένου θὰ µᾶς
ἔµεναν ἀκατανόητα χωρὶς τὸ Γλωσσάριο
τοῦ Ν. Δ. Τ., καὶ τὶς ὁποῖες δὲν θὰ µπορούσαµε νὰ βροῦµε σὲ κανένα Λεξικό. Τί
θὰ καταλαβαίναµε αἴφνης ἀπὸ τὸ χωρίο
«Οὔτε κατεδέχθη µάλιστα νὰ στρέψῃ
πλάγιον βῆµα εἰς τὸν µαυροπίνακα, ἐφ᾿ οὗ
ὑπῆρχον διὰ καλὸν καὶ διὰ κακόν, τινὲς
ἀγκοῦτσες διὰ κιµωλίας χαραγµέναι» («Ὁ
Τυφλοσύρτης», 4.686.54) χωρὶς τὸ Γλωσσάριο, ὅπου ἑρµηνεύεται ἡ λ. ἀγκοῦτσα,
µὲ σηµασία ἀθησαύριστη στὸ Ἱστορικὸ
Λεξικὸ τῆς Ἀκαδηµίας, καὶ ὅπου µᾶς δίνεται καὶ ἡ διαφορετικὴ σηµασία τῆς
λέξης, ἐπίσης ἀθησαύριστη, σὲ ἄλλο διήγηµα τοῦ Παπαδιαµάντη; Συνιστῶ νὰ
πάρει κανεὶς νὰ διαβάσει τὸ Γλωσσάρι
µόνο του, αὐτόνοµα, γιὰ νὰ καταλάβει ὄχι
ἁπλῶς τί µόχθος ἀπαιτήθηκε ἀλλὰ καὶ τί
γνώση.
Ἕνα δεύτερο, πολὺ σηµαντικὸ καὶ
σπάνιο γνώρισµα τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου ὡς ἐκδότη, ποὺ φανερώνει ταυτόχρονα τὴν ἐπιστηµοσύνη καὶ τὸ
φιλολογικὸ ἦθος του, εἶναι ἡ νόθευση κειµένων ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε ἐκδώσει ὡς γνήσια
στὸν Ε’ τόµο τοῦ Δόµου. Ἐννέα τέτοια κείµενα νόθευσε ὁ Ν. Δ. Τ., µὲ ἀναλυτικὴ ἐπιχειρηµατολογία καὶ τεκµηρίωση.
Ὁ Τριανταφυλλόπουλος στάθηκε
ἀκοίµητος φρουρὸς τοῦ παπαδιαµαντικοῦ κειµένου. Κάποια στιγµὴ τὸ κείµενο
κινδύνεψε, ὅταν ὁρισµένοι, παρασυρµένοι
ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν ἀνακάλυψη, πίστεψαν ὅτι διηγήµατα τοῦ Παπαδιαµάντη,
ἀναδηµοσιευµένα µετὰ τὸν θάνατό του
στὸν λαϊκὸ Τύπο, ἀποτελοῦσαν νέα, τελικὴ µορφή τους, µὲ διορθώσεις καὶ νέες
γραφὲς τοῦ ἴδιου του Παπαδιαµάντη. Ὁ
Τριανταφυλλόπουλος, µὲ σειρὰ κειµένων
ὑψηλῆς φιλολογικῆς αὐστηρότητας καὶ
ἀκρίβειας, σήκωσε µόνος του τὸ βάρος
τῆς ὑπεράσπισης τοῦ παπαδιαµαντικοῦ
κειµένου. Δὲν µπορῶ νὰ ἐπεκταθῶ ἐπ᾿

Σχέδιο Δήµητρας Λαµπρέτσα

αὐτοῦ περισσότερο σὲ τοῦτο τὸ σύντοµο
σηµείωµα, ἀλλὰ θὰ προσθέσω ὅτι τὰ κείµενα αὐτὰ πρέπει νὰ διδάσκονται στὶς φιλολογικές
σχολές
µας,
στοὺς
µαθητευόµενους φιλολόγους.
Κατακλείω παίζων ἅµα καὶ σπουδάζων. Ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ἔχει
διατελέσει προπονητὴς ὁµάδας πόλο. Θὰ
καταφύγω σὲ µία µεταφορά, ὄχι ἀπὸ τὸ
βαρετὸ πόλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ποδόσφαιρο τὸ
ὁποῖο ἐπίσης ἔχει παίξει καὶ γνωρίζει. Ὁ
Τριανταφυλλόπουλος, ἀδιαµφισβήτητος
ἀρχηγὸς τῆς παπαδιαµαντικῆς ὁµάδας,
παίζει µοντέρνο ποδόσφαιρο, κάνει δηλαδὴ τὰ πάντα: ἐκδίδει καὶ διορθώνει,
ὑποµνηµατίζει, συντάσσει γλωσσάρια,
ἑρµηνεύει, ὑπερασπίζεται καὶ ἐλέγχει, ἐπιµελεῖται παπαδιαµαντικοὺς τόµους κάθε
λογῆς, γράφει διδακτικὰ δοκίµια γιὰ τὴ
σχολικὴ διδασκαλία τοῦ συγγραφέα.
Παίζει σὲ ὅλες τὶς θέσεις: σκληρὴ ἄµυνα,
δὲν ἀφήνει µπαλιὰ νὰ ἀπειλήσει τὰ παπαδιαµαντικὰ δίχτυα καὶ δὲν διστάζει νὰ
δώσει καὶ καµιὰ καλαµιά. Ἄπιαστος κυνηγός, φόβος καὶ τρόµος τῶν ἀντιπάλων.
Κλασικὸ δεκάρι, δίνει ἀσὶστ στοὺς
παῖχτες τῆς ὁµάδας του καὶ τοὺς δηµιουργεῖ εὐκαιρίες νὰ σκοράρουν καὶ αὐτοί.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τὸν βλέπουµε καὶ
στὸν ρόλο τοῦ προπονητῆ τῶν νεότερων
παιχτῶν τῆς ὁµάδας, µὲ πρώτη καὶ καλύτερη τὴ Λαµπρινή.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

16

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Λιµενάρχης Εὐρίπου

Ἀπὸ ἀξιωµατικὸς τοῦ Ναυτικοῦ στὴ Λάρισα (!) µέχρι τὸ «Λιµεναρχεῖο Εὐρίπου» εἶναι µιὰ διαδροµὴ πού, ἂν µὴ τί ἄλλο, ἐξάπτει
τὴ φαντασία.
Στὸ ἀρίφνητο πλῆθος τῶν περιστατικῶν ποὺ σηµατοδοτοῦν
αὐτὴ τὴ διαδροµὴ τοῦ Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, θὰ µποροῦσαν νὰ ἐνταχθοῦν οἱ δροσερὲς βουτιὲς καὶ καταδύσεις του
στοὺς σωροὺς τοῦ φρέσκου σιταριοῦ στὸ ἰσόγειο τοῦ σπιτιοῦ ποὺ
ἡ οἰκογένεια νοίκιαζε στὰ Βασιλικά, ὅταν ὁ πατέρας του ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ, µὲ ἀποτέλεσµα τὸ σῶµα του νὰ γεµίσει φουσκάλες
καὶ ὁ ἀνυπόφορος κνησµός τους νὰ τὸν συνοδεύει σὲ ὅλο τὸ ταξίδι τους γιὰ τὴ Χαλκίδα.
Ἐπίσης οἱ θαλασσινὲς βουτιὲς ἀπὸ κάτι κατσάβραχα τοῦ
Εὐβοϊκοῦ κόλπου καλυµµένα ἀπὸ γλιστερὲς λειχῆνες καὶ βρύα,
ποὺ ὅµως στὰ µάτια του µοιάζουν µὲ τὰ «Ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια»,
καθὼς ἀναλογίζεται τὸν δεινὸ κολυµβητὴ ποὺ περιγράφει στὸ
ἐν λόγῳ διήγηµα ὁ Παπαδιαµάντης: «Ἐγυµνώθην κ’ ἐπήδησα
εἰς τὰ κύµατα. Ἀφοῦ ἐπ’ ὀλίγον ἐκολύµβησα, ἠσθάνθην τόση
νάρκην ὥστε δὲν εἶχα πλέον δύναµιν νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν βάρκαν,
νὰ ἐνδυθῶ καὶ νὰ σωφρονήσω. Εἶπα: ‘‘Ἅς κάµω τ᾿ ἀνάσκελα!’’ κ᾿
ἔκαµα ὅπως ὅταν εἴµεθα παιδιά, ὁπότε, δραπετεύοντες ἀπὸ τὸ
σχολεῖον, ἐκολυµβούσαµεν διαρκῶς ὀκτὼ ἢ δέκα φορὰς τὴν ἡµέραν…Καθὼς ἤµην πλαγιασµένος, ἐλαφρὸς εἰς τὸ κύµα, τί ἔπαθα;
Ἀπεκοιµήθην τάχα; Ἐξαπλωµένος εἰς τὰ µαλακά, εἰς τὰ πούπουλα, ἠσθανόµην ἀπόλαυσιν καὶ τρυφὴν Συβαρίτου»…
…ἀκόµη καὶ οἱ νοστιµότατες ψητὲς σαρδέλες ποὺ µᾶς φίλεψε
ἡ κυρία Βικτώρια στὸ σπίτι τους, στὶς δύο τὸ µεσηµέρι ἀκριβῶς,
ὅταν ἀπ’ τὸ Μελισσοχώρι εἴχαµε ταξιδέψει µὲ τὴν Ὄλγα στὴ
Χαλκίδα. Ἔκτοτε ἡ πόλη τοῦ Εὐρίπου ἔρχεται στὸ νοῦ µου ἀφεύκτως συνδεδεµένη µὲ σαρδέλες ψητὲς καµωµένες ἀπὸ τὴν κυρία
Βικτώρια.
Σὲ ἕνα κείµενο ποὺ ἔγραψε ὁ Νίκος Τριανταφυλλόπουλος στὴν
Ἴνδικτο γιὰ τὸ βιβλίο µου Ὁ πιὸ σύντοµος δρόµος ἀναφέρεται στὴν
ἀνάγνωση ἀπὸ µέρους µου τοῦ βιβλίου τοῦ Πεντζίκη Ἀρχεῖον στὴ
διάρκεια τῆς σκοπιᾶς ποὺ φύλαγα τὶς νύχτες, καὶ στὴ φυλακὴ
ποὺ θὰ ἔτρωγα ἂν µὲ ἔπιανε ὁ ἀξιωµατικὸς ἐφόδου. Παραδόξως,
χωρὶς ἐκεῖνος νὰ τὸ γνωρίζει, ἡ ἔφοδος µὲ «συνέλαβε» πράγµατι
νὰ διαβάζω τὸ Ἀρχεῖον µέσα σὲ ἕνα ὄχηµα ραδιοτηλετύπου. Καὶ
ἀντὶ νὰ πιάσουµε «χρυσὴ κουβέντα» µὲ τὸν ἀξιωµατικό, ὅπως θὰ
συνέβαινε ἂν στὴ θέση του ἦταν ὁ Νίκος Τριανταφυλλόπουλος,
ἐκεῖνος ὑπέβαλε γραπτὴ ἀναφορὰ στὸ Τάγµα γιὰ τὸ παράπτωµά µου. Εὐτυχῶς ἡ ἀναφορὰ «ἐχάθη» κάπου στὸ δρόµο, ἂν
καὶ θὰ µποροῦσε νὰ ἀποτελέσει εὔκαρπον ἔναυσµα συγγραφῆς
διηγήµατος.
«…Ἔβλεπα ὅµως ὅτι τὸ πλοῖο κι ἐγὼ βρισκόµασταν κάτω ἀπὸ
τὴν ἐπιρροὴ µιᾶς τροµερῆς ἑλκτικῆς δύναµης ποὺ µᾶς ἔσερνε σὲ
ἄλλες θάλασσες, πρόστρεξα στὸν ἀσυρµατιστή, πάλευα νὰ
πιάσω κάποιο καθαρὸ µήνυµα, τίποτε, µόνο τὸ κλάµα, κάποτε
µαλακωµένο κάποτε πικρότερο, ὕστερα ἦρθε ταραγµένος ὁ καπετάνιος, τὸ τιµόνι, εἶπε, δὲν ὑπάκουε, συµπεριφερόταν παράξενα, πήγαινε κόντρα στὸν τιµονιέρη…», καθὼς ὁ ἄνεµος
ἀνέµελπε στὰ ξάρτια καὶ στὴν ἀντένα:
«Τεκελί-λι, τεκελί-λι, τεκελί-λι
Ποὺ λυγρὸ τὸ θάνατό µου ἰχνογραφεῖς,
σήκωσε τὴν πλάκα, ξύπνησε τὰ χείλη
στ᾿ ἀφρισµένο καλοκαίρι τῆς ἁφῆς…»*
Ἀγαπητέ µου Νίκο, σὲ ἀσπάζοµαι καὶ σοῦ σφίγγω τὸ χέρι, καθότι ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη ἔχει ὑπόσταση σωµατική.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

* Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Λιµενάρχης Εὐρίπου,
Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 1993.

Μεταφραστικὰ εὐτράπελα
στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαµάντη

«Ἡ Λαµπρινὴ καὶ ἐγὼ προσπαθοῦµε νὰ σχεδιάσουµε ἕναν,
ἀτελῆ ἔστω, χάρτη τῆς ἐπικράτειας τοῦ µεταφραστῆ Παπαδιαµάντη». Αὐτὰ µοῦ ἔγραφε ὁ κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σὲ ἐπιστολή του (6 Ὀκτωβρίου 2012) µὲ ἀφορµὴ τὴν ἀποστολὴ τῆς
µονογραφίας µου γιὰ τὸν µεταφραστὴ Παπαδιαµάντη ἐκ τοῦ
γαλλικοῦ. Ἀπὸ τὴ χαρτογράφηση αὐτή, ὡς γνωστόν, ἔχουν προκύψει πολλαπλὰ ὀφέλη, ὄχι µόνο γιὰ τοὺς εἰδικοὺς µελετητὲς
ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς «ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας» τοῦ Παπαδιαµάντη.
Εἰς ὅ,τι µὲ ἀφορᾷ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ «βαλίτσα» µὲ τὶς ἐπιφυλλίδες
τῶν παπαδιαµαντικῶν µεταφράσεων καὶ τὰ γαλλικὰ πρωτότυπα κείµενα ποὺ µοῦ ἐµπιστεύθηκε ἡ µεγαλόδωρη Λαµπρινή,
ὑπάρχει καὶ ἡ πολύτιµη ἀλληλογραφία µὲ τὸν κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, ἡ ὁποία λειτούργησε σὰν πυξίδα. Τὸ ἀποτέλεσµα
ἦταν νὰ καταλήξω «εἰς σκεπαστὸν κι᾿ εὐλίµενον µέρος», καθ᾿
ὅσον ἡ ἐν γένει µεταφραστική µου ἔρευνα «ὡµοίαζε µὲ βάρκαν,
δευτερόπρυµα πλέουσαν» […] «πότε ἀνερχοµένη εἰς ὑγρὰ ὄρη
[καί] πότε κατερχοµένη εἰς ρευστὰς κοιλάδας».
Μὲ µακρόχρονη ἐνδελεχῆ µελέτη καὶ ἀσφαλῆ κριτήρια ὁ Ν.
Δ. Τριανταφυλλόπουλος καὶ ἡ κόρη του Λαµπρινὴ ἀναγνώρισαν
σὲ ἕναν πολὺ µεγάλο βαθµὸ τὴν πατρότητα τῶν παπαδιαµαντικῶν µεταφράσεων, καθιστώντας εὐανάγνωστο τὸ µεταφραστικὸ τοπίο. Ἀποκαλύφθηκε µεταξὺ ἄλλων µία πλευρὰ τοῦ
Παπαδιαµάντη σκωπτικὴ καὶ εὐτράπελη, ἡ ὁποία φαίνεται καθαρὰ στὸ ἀκόλουθο παράδειγµα ποὺ φυσικὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ µοναδικό. Καθὼς µεταφράζει τὴν «Ἔρηµο οἰκία» τοῦ Jules Claretie
προσαρµόζει τὸ ὕφος του στὸ σατιρικὸ κλίµα ποὺ δηµιουργεῖ ὁ
Γάλλος συγγραφέας µὲ τὸ «Ἆσµα τοῦ Ἀσπάλακος καὶ τοῦ Φρύνου»:
Ἒ ντίν! ντίν! ντόν!
Τί θηρίον τροµερόν!
Ἒ ντίν! ντίν! ντόν!
Τί λιοντάρι φοβερόν!

Πέρα ὅµως ἀπὸ τὴ γνώση καὶ τὴν ἐµπειρία ποὺ ἀφειδώλευτα
προσπόριζε, µοῦ χάρισε καὶ (οὐκ ὀλίγες) στιγµὲς ψυχικῆς εὐφορίας µὲ τὸν ὑποµνηµατισµὸ τῶν ἔργων τοῦ Παπαδιαµάντη στὴν
κριτικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων. Θὰ ἀναφερθῶ στὴ Γυφτοπούλα
καὶ σὲ ἕνα ἐδάφιο ἀπὸ τὸν Rabelais τὸ ὁποῖο παραθέτει ἐµβόλιµα
στὸ µυθιστόρηµά του ὁ Παπαδιαµάντης. Ἡ ἀκριβέστατη βιβλιογραφικὴ ἀναφορὰ τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου µὲ ὁδήγησε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στὴ γαλλικὴ ἔκδοση τοῦ Gargantua, γιὰ
νὰ διαπιστώσω τὴν ἄψογη (καὶ ξεκαρδιστική) µετάφραση τοῦ
Παπαδιαµάντη, ὁ ὁποῖος κρατᾷ τὴ µορφικὴ ἰσορροπία τῶν λέξεων τοῦ πρωτοτύπου χρησιµοποιώντας στὴ µετάφρασή του τὸ
προθετικὸ «ξέ». Ἀναφερόµενος σὲ ἕναν ἀγράµµατο ἱερέα λέει τὰ
ἑξῆς:
Ἦτο καθὼς λέγει ὁ Ραβελαί, ‘’Λαµπρὸς ξεχαλινωτὴς
τῶν λειτουργιῶν
καὶ ξελασπωτὴς τῶν παννυχίδων’’ (Γυφτοπούλα)
“beau desbrideur de messes, beau descroteur de vigiles”
(Gargantua)

Ἐν κατακλεῖδι: Στὴν περίπτωση τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου ἰσχύει, τηρουµένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀφηγητὴς στὸ διήγηµα «Ὁ Ἀµερικάνος». Προσφέρει τὰ πνευµατικά
του δωρήµατα (ἰδίως ὅταν βλέπει πὼς καρποφοροῦν πολλαπλασίως) «µὲ τόσην προθυµίαν καὶ χαράν, ὡς νὰ [εἶναι] ὁ λαµβάνων
καὶ ὄχι ὁ δίδων».
ΧΡΥΣΗ ΚΑΡΑΤΣΙΝΙΔΟΥ

17

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

«Ὁ Ἀµερικάνος» τοῦ Παπαδιαµάντη
(Τὸ αἴσθηµα ἀνώτερον τῆς θεωρίας)
Ἀφιερώνεται στὸν ἀγαπηµένο φίλο, συνάδελφο καὶ Δάσκαλό µου
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο,
µὲ τὴν εὐχὴ τῶν παλιῶν µαστόρων, ὅταν ἔπαιρναν τὸ φιλοδώρηµα:
«Ὅσα λουλούδια στὰ βουνά, κι ὅσα σπαρτὰ στοὺς κάµπους,
τόσα καλὰ καὶ ἀγαθὰ νὰ τοῦ χαρίζει ὁ Θεός».

Εἶναι ἡ τέταρτη φορὰ ποὺ βλέπω τὸν «Ἀµερικάνο» τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαµάντη στὴ σκηνὴ µὲ ἑρµηνευτὴ τὸν Θανάση Σαράντο.
Ἡ πρώτη φορὰ ἦταν στὴν Ἀθήνα, ἡ δεύτερη στὴν Καλαµαριὰ καὶ ἡ
Τρίτη στὸ θέατρο Αὐλαία. Ἂν µὲ ρωτήσετε ποιὰ παράσταση ἦταν ἡ καλύτερη, θὰ σᾶς πῶ ὅτι ἡ ἀπάντηση ὑπάρχει µέσα στὸ ἴδιο τὸ διήγηµα.
Σᾶς ὑπενθυµίζω λοιπὸν πὼς ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούµης, δηλαδὴ ὁ γυµνόπους πρόεδρος τῆς «φαιδρᾶς συντεχνίας», ἀναφερόµενος στὴν
ἀρραβωνιαστικὰ τοῦ «Ἀµερικάνου», ποὺ τὸν περιµένει νὰ γυρίσει ἐπὶ
εἴκοσι χρόνια, γνωµατεύει ὅτι «ὅσο τὴν κοιτάζῃς, τόσο νοστιµίζει!»
Ὁ Ἀµερικάνος Τζὼν Στόθισον, κατὰ κόσµον Ἰωάννης Εὐσταθίου Μοθωνιός, ἔχει βρεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Θανάση Σαράντου τὸν ἰδεώδη ἑρµηνευτή. Ἡ σκηνικὴ παρουσία του καὶ ἡ συνακόλουθη
προσπάθεια, ὥστε νὰ ἀποδοθοῦν κατὰ τρόπο ὑποβλητικὸ ὄχι µόνο τὰ
ἀφηγηµατικὰ ἀλλὰ καὶ τὰ διαλογικὰ µέρη τοῦ ἔργου, ἐγγίζει τὰ ὅρια
τῆς κενώσεως, ὑπὸ τὴν θεολογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Χωρὶς ἴχνος ὑπερβολῆς θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ ἀξιότιµος κ. Σαράντος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς
παραστάσεως σακατεύεται. Ὁ καλὸς ἠθοποιὸς δὲν εἰσέρχεται ἁπλῶς
στὴ θεατρικὴ σκηνή. Εἰσέρχεται στὸ λογοτεχνικὸ σῶµα τοῦ Παπαδιαµάντη µὲ ταπείνωση καὶ ὑπακοή, λαµβάνων µορφὴν δούλου. Ἀξιοποιεῖ
στὸ ἔπακρο τὰ ἀδιαµφισβήτητα ὑποκριτικά του προσόντα καὶ ὁδηγεῖ
τὴν παράσταση µὲ ἀριστοτεχνικοὺς σκηνοθετικοὺς χειρισµοὺς στὴν
ἀριστοτελικὴ κάθαρση. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ οἱ φωτισµοί, ἡ
µουσικὴ καὶ τὸ λιτὸ σκηνικὸ συµβάλλουν τὰ µέγιστα.
Θεωρῶ πὼς ἡ ἑρµηνεία τοῦ κ. Σαράντου ὑπερισχύει ἐµφανῶς
ἔναντι µίας ἄλλης ἑρµηνείας τοῦ «Ἀµερικάνου» ἀπὸ τὸν ἠθοποιὸ Ἠλία
Κουντή, ποὺ εἴδαµε στὸ Δηµοτικὸ Θέατρο Σταυρούπολης τὸν Δεκέµβριο τοῦ 1999. Τὴν παράσταση ἐκείνη, ποὺ περιελάµβανε ἄλλα πέντε
χριστουγεννιάτικα διηγήµατα τοῦ Παπαδιαµάντη, εἶχε ἀνεβάσει τὸ
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας σὲ σκηνοθεσία τοῦ Δαµιανοῦ Κωνσταντινίδη ὑπὸ
τὸν τίτλο «Φτωχοὶ καὶ Ἅγιοι».
Ἡ παράσταση ξεκινοῦσε µὲ µία δέσµευση, ἡ ὁποία ἀναφερόταν
ρητὰ στὸ πρόγραµµα: «Οἱ ἠθοποιοὶ βρίσκονται στὴ σκηνὴ γιὰ νὰ παίξουν καὶ ὄχι γιὰ νὰ ‘’ζήσουν»’’ τοὺς ρόλους τους». Παρὰ ταῦτα ὁ
Ἠλίας Κουντὴς ποὺ ὑποδύθηκε τὸν «Ἀµερικάνο» ἀθέτησε ἐν µέρει τὰ
συµφωνηµένα. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ἔπαιξε ἁπλῶς τὸν ρόλο ἀλλά, πρωτίστως, τὸν «ἔζησε».
Ἀναλόγως, κατὰ τὴ γνώµη µου, λειτουργεῖ στὴ σκηνὴ καὶ ὁ Θανάσης Σαράντος. Ταυτίζεται µὲ τὸν «Ἀµερικάνο», βιώνει δεόντως τὸν
ρόλο καὶ τὸ ἀποτέλεσµα ποὺ προκύπτει εἶναι µία συγκλονιστικὴ ἑρµηνεία. Ἡ ἀποστασιοποίηση, τὴν ὁποία διδάσκει καὶ προτείνει ὁ Μπέρτολτ Μπρεχτ, µᾶλλον δὲν βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος στὴ δραµατουργία
τοῦ Παπαδιαµάντη. Ἄλλωστε, ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἔχει πάρει στὸ
ζήτηµα αὐτὸ ξεκάθαρη θέση: «Τὸ αἴσθηµα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας».
Ὡστόσο, γιὰ νὰ µὴν ὑπάρξουν παρεξηγήσεις, πρέπει νὰ ὑπογραµµιστεῖ ἐδῶ ὅτι στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαµάντη, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ
αἴσθηµα, διακρίνονται καθαρὰ ὁ φιλοσοφικός, ὁ κοινωνικὸς καὶ ὁ πολιτικὸς στοχασµός. Πάντως, στὴν περίπτωση τοῦ «Ἀµερικάνου» καὶ
στὴν ἔξοχη σκηνικὴ µεταφορά του ἀπὸ τὸν κ. Σαράντο ἰσχύει αὐτὸ ποὺ
ἔγραψε πρὸ ἐτῶν ὁ Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, δηλαδὴ ὁ φιλόλογος
ποὺ ἀφιέρωσε θυσιαστικὰ τὴ µισὴ ζωή του στὸν Παπαδιαµάντη:
«Οὐδέποτε, ἐν τῇ τάξει µου ἢ κατ᾿ ἰδίαν, ἀνέγνων ἀδάκρυτος τὸν ‘’Ἀµερικάνον’’». Καὶ ὁ Παπαδιαµάντης, φυσικά, βλέποντας αὐτὲς τὶς ἀναγνώσεις καὶ αὐτὲς τὶς θεατρικὲς ἑρµηνεῖες ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῶν
Ποιητῶν, θὰ ἔχει κάθε λόγο νὰ χαµογελᾷ ἱκανοποιηµένος.
Τὸ διήγηµα «Ὁ Ἀµερικάνος» δηµοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὰ
Χριστούγεννα τοῦ 1891 στὴν ἐφηµερίδα «Τὸ Ἄστυ». Δυὸ χρόνια ἀργότερα, τὸ 1893, στὸ πασχαλινὸ διήγηµα «Λαµπριάτικος Ψάλτης» ὁ Παπαδιαµάντης ὑπογράµµιζε µεταξὺ ἄλλων τὰ ἀκόλουθα: «Ὅπου γίνεται

Σχέδιο Πέτρου Χριστούλια

λόγος περὶ ξενιτευµένων, οἵτινες ἐπιστρέφουσι µετὰ µακρὰν ἀπουσίαν
ἢ στέλλουσι γράµµατα µετὰ ὑλικῆς παρηγορίας εἰς τοὺς οἰκείους,
ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγµατικότητος».
Στὸ πρῶτο σκέλος τῆς διάζευξης ὁ Σκιαθίτης λογοτέχνης «φωτογραφίζει» τὸν «Ἀµερικάνο». Στὸ δεύτερο σκέλος τῆς διάζευξης «φωτογραφίζει» τὴν «Σταχοµαζώχτρα», κατὰ κόσµον θειά-Ἀχτίτσα, ποὺ
ἐκπροσωπεῖ ἐπαξίως τοὺς ἑκάστοτε καὶ ἐκασταχοῦ µικροάγιους τοῦ
ἀνθρώπινου πόνου. Τέλος, µὲ τὴν πληροφορία ὅτι «ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγµατικότητος», ὁ Παπαδιαµάντης καταθέτει µὲ τὴ µεγαλύτερη δυνατὴ σαφήνεια τὴν προγραµµατικὴ ἀρχὴ τῆς
λογοτεχνικῆς του δηµιουργίας.
Ὑπάρχει κάποιος συµβολισµὸς στὸν «Ἀµερικάνο» ποὺ ἀφορᾷ
ὅλους ἐµᾶς τοὺς σύγχρονους Νεοέλληνες; Σίγουρα ὑπάρχει καὶ συναρτᾶται µὲ τὸν νόστο, δηλαδὴ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ξενιτευµένων παιδιῶν µας στὴν πατρίδα. Δὲν γίνεται νὰ τὰ λέµε ἐπ᾿ ἀόριστον στὸ Skype!
Τὸ ὁµηρικὸ «νόστιµον ἧµαρ», δηλαδὴ ἡ ἡµέρα τῆς ἐπανόδου στὴν πατρίδα, συνιστᾷ πλέον ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη!
Ὁ Νέος Ἑλληνισµὸς τῆς Διασπορᾶς ὀφείλει νὰ θυµᾶται πάντοτε
τὰ λόγια τοῦ Ὀδυσσέα: «Οἴκαδε τ᾿ ἐλθέµεναι καὶ νόστιµον ἧµαρ ἰδέσθαι». Ἡ ἀθανασία ποὺ πρόσφερε ἡ Καλυψὼ στὸν βασιλιὰ τῆς Ἰθάκης
µὲ ἀντάλλαγµα τὴν παντοτινὴ παραµονή του στὴν Ὠγυγία ἀνήκει στὸ
παρελθόν. Σηµασία πλέον ἔχει τὸ «οἴκαδε», δηλαδὴ ἡ σκηνὴ ὅπου ὁ
παπαδιαµαντικὸς «Ἀµερικάνος» ἐπιστρέφει νύκτωρ στὴ µικρὰ Πολίχνη τῆς Σκιάθου, εἰσέρχεται ἀσκεπής, γονατίζει, ἀσπάζεται τὸ µέγα
ἐρείπιον τῆς πατρογονικῆς ἑστίας καὶ στὴ συνέχεια ἐγείρεται δακρυσµένος καὶ λυτρωµένος.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Παρέµβαση ποὺ ἔγινε ἐπὶ σκηνῆς µετὰ τὸ τέλος τῆς θεατρικῆς παράστασης
«Ὁ Ἀµερικάνος» τὴν Κυριακὴ 23 Ὀκτωβρίου 2016 στὸ Μικρὸ Θέατρο τῆς
Μονῆς Λαζαριστῶν µὲ τὸν Θανάση Σαράντο σκηνοθέτη καὶ πρωταγωνιστή, καὶ τὸν Γιῶργο Τζιαφέτα ἑρµηνευτὴ τῆς µουσικῆς τοῦ Λάµπρου Πηγούνη.

18

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

Χαµαλιὰ στὸ ὑπόγειο

«Τί παλαβὲς ἀναµονὲς εἶναι τοῦτες;»
Νίκος Γριπονησιώτης

Τοῦ ᾿ρθε ὁ οὐρανὸς σφοντύλι µὲ τέτοια ἐργασία.
Παρασκευάστε Χαµαλιὰ Σκιάθου. Βρὲ ἀµάν! Μία σχολὴ ἤθελε
νὰ τελειώσει, νὰ βγάλει ἕνα µεροκάµατο σὲ πολυάστερον
ξενοδοχεῖο τῆς Χαλκιδικῆς. Εἴθε κάποτε καὶ chef. «Μαγκοῦφα
καρδιά, ντουνιὰ ψεύτη», ὑποέβριζε. Χάθηκε κάτι πιὸ
πολιτισµένο, ἕνα Tarte Tatin, ἢ τὸ St. Honore. Ἕνα Bienenstich βρὲ
ἀδελφέ. Ἄκου Χαµαλιά!
Ἀπελπίστηκε ψάχνοντας. Ὁ φίλος του τὸν ἔσωσε. «Θὰ πᾶς
ἐκεῖ. Ἔχει τὰ πάντα. Τζεµάλικο βιβλιοπωλεῖο. Στὸ κατώι, αὐλὴ
θαυµάτων».
*
«Χαµαλιά; Σκιαθίτικα; Μόνο οἱ καθαροὶ στὴν καρδιὰ καὶ
οἱ ἀλαφροΐσκιωτοι µποροῦν νὰ βροῦν τὴ συνταγὴ καὶ νὰ τὴ
µαστορέψουν. Κάτω, δεξιὰ καὶ ἴσα. Κοίτα µὴν χαθεῖς. Ράφι
ἀπέναντι ἀπ᾿ τὸ κάδρο µὲ τὸ κότερο (µὴν σὲ γητέψει καὶ σένα καὶ
θέλεις νὰ τσουρµάρεις)». Χαµηλόφωνα τοῦ τὰ ἔψαλλε ὁ
ἀσπρογένης βιβλιοπώλης, κοιτώντας µία τυρβάζουσα φυλλάδα
µπροστά του.
«Μὲ τρελὸ ἔµπλεξα», σκεφτόταν κατεβαίνοντας ζαλισµένος τὰ
σκαλιά. Κότερα! Νὰ χαθῶ!
Τὰ ἔχασε. Ἀπέραντο λιβάδι ἐντύπων. Τοῦ Βαραντᾶ τὸ Ρέµα
σὲ λέξεις. Πῆγε ἀπὸ δῶ, πῆγε ἀπὸ κεῖ. Τὸ βρῆκε κάθιδρος, τὸ
κάδρο τὸ ποθούµενον. Μὲ µία ἁπλὴν λεζάντα «Τζούλια
Δεπάνου». Ἁρµυρὲς σταγόνες τὸν δροσόβρεξαν. Κρατήθηκε ἀπ᾿
τὰ ράφια. Γραπώθηκε γερά. Θυµήθηκε τὴν ἐργασία, τὸ πτυχίο.
Γιὰ δουλειὰ ἦλθε ἐδῶ, ὄχι γιὰ κρουαζιέρες.
Πιάνει νὰ κοιτᾷ καὶ τί νὰ δεῖ; Ἀντὶ γιὰ τσελεµεντέδες καὶ
ρετσέτες, Ἰούλιο Βέρν! 406 µεγάλες σελίδες «Ὁ Δεκαπενταετὴς
Πλοίαρχος». Καὶ κολλητὰ «Ὁ Κοσµοκράτωρ» (225 ἑκατοµµύρια
δραχµές).
Ὕστερις; Λυτὰ 16σελιδα ἀπὸ τὸν τροµερὸ Σπετσιέρη
(Ἐγνατίας 108, Θεσσαλονίκην). Καὶ «25χρονος Πλοῦς», καὶ
ΝΕΦΟΥΡΙΑ.
Γραφτὰ γιὰ τὸν ψηλὸ Κεφαλλονίτη (τότε ποὺ πῆγε νὰ
πουντιάσει πάνω στὴ βέσπα!).
Ἀλληλογραφία καὶ τόµοι πέντε µὲ µεράκια κι᾿ ὄνειρα. Νὰ
τὰ πάρει ὅλα; Εἶχε κάτι «καταθέσεις εἰς τὸ Κρεντὶ Λυονναί».
Ἀψήλωσε τὴ µατιά του καὶ θάµαξε: «Τρία Θαλασσινὰ Εἰδύλλια».
Τὸ ἄνοιξε καὶ χάιδεψε τὴν ἀφιέρωση «Καὶ τοῦτο τῆς
Βικτώριας» (καὶ πολὺ σωστά!).
Ἀπὸ κεῖ ἕνα µονοπατάκι ἦταν µέχρι τὴ σελίδα 146 τῶν
Διηγηµάτων. «Εἶτα διὰ ξυλίνου κουταλίου λαµβάνουσα ἐκ τοῦ
εὐώδους µείγµατος τῶν καρύων περιετύλισσεν αὐτὸ ἐν τῇ ταινίᾳ
τοῦ φύλλου τριγωνικῶς καὶ οὕτω νωπόν, φρίσσον καὶ ὑποτρέµον
ἐλάµβανε µὲ τὰς ἄκρας τῶν δακτύλων της τὸ χαµαλίον κ᾿
ἐβύθιζε τοῦτο µετὰ προσοχῆς εἰς τὸ κοχλάζον τῆς χύτρας
ἔλαιον…».
Ταµάµ.
«Ἄρωµα ξένου κόσµου» παντοῦ. Φορτωµένος ἀνέβηκε τὰ
σκαλιὰ δυό-δυό, τραγουδώντας
«Στοῦ Πάτα τὸ µαγαζί,
καίει τὸν φοῦρνο ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς».
*
Καὶ κατενόησε, βέβαια, τὸ µὲ ζαβολιὲς ἀγάπης βλέµµα τοῦ
βιβλιοπώλη:
«Ὅλα καλὰ βλέπω. Ἀντάµωσες τὸν Τριανταφυλλόπουλο».
ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΧΡΟΝΙΚΑ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑΣ / Παρασκευή 2 ∆εκεµβρίου 2016

Ἠχὼ Θαλασσία
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Μάνα καὶ κόρη
καὶ στ᾿ ἄγουρα τὰ χρόνια
σκίρτηµα πρῶτο.
ΣΤΟ ΠΑΧΝΙ

Κατακτητὴς τῆς τάξης,
µὰ τῶν ἀντιγραφέων
φόβος καὶ τρόµος.
ΦΑΡΟΣ Ἢ ΚΑΚΗ ΚΕΦΑΛΗ

Σκυφτὸς στὸ πέρασµά σου
κι οἱ ἀργόσχολοι σαστίζουν:
«τί νά ᾿ναι τοῦτος;»
Ἀντάµα µὲ τὸν Φῶτο
ἀνάρια περπατᾶτε
στὰ γκρίφια πάνω.

Στὸ κύµα κόντρα
δυὸ ἁπλωτὲς καὶ φτάνεις
τὰ ὄνειρά σου.

Τῆς Μελανθῶς ὁ φίλος
σὲ βλέπει νὰ µαζεύεις
σκουπίδια τῆς ψυχῆς µας.
ΑΧ! Η ΑΚΡΙΒΟΥΛΑ

Προικιὰ τῆς Ἀκριβούλας
τοῦ Ζήσιµου κοχύλια.
– Τί λέει ὁ φίλος Σταῦρος;
ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΟΥ

Στὴν πεπρωµένη πόλη
νὰ µάχονται οἱ γλάροι
µὲ τὰ ποντίκια.

Στὴ γέφυρα, στὴ µέση,
ἡ Ὑλαγιαλή σου στέκει
διπλοτραγουδισµένη.
ΠΕΡΙΤΡΙΜΜ᾿ ΑΓΟΡΑΣ

Μεσάνυχτα καὶ κάτι
στὸ σπίτι σου εἰσβάλλει
Τρελὸς Ἰγνάτης.
ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΠΑΜΠΑ

Δικαστικὸ κλητήρα
ἀπὸ ψηλὰ σοῦ στέλνει
ὁ µπαρµπα-Γιάννης.

«Τὴν “Τζούλια Δεπάνου”
θὰ πᾶς ἐσὺ νὰ δέσεις
σ᾿ ἀνύπαρχτο λιµάνι;

Στοῦ Πάτα τὴν ταβέρνα
δὲν πάτησες τὸ πόδι
καὶ λὲς γιὰ τὸν Σουρούπη;
Κι᾿ Εὐρίπου Λιµενάρχη
ἐσένα νὰ ψηφίζουν!
–µὴν Ποιµενάρχη;»
ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Ψάχνεις ποῦ νὰ κουρνιάσεις
ἀπὸ τὴν καταιγίδα
τῶν µεγαφώνων.
ΛΙΜΝΗ ΕΥΒΟΙΑΣ

Ἡ πιὸ βαθιὰ πατρίδα
ὅπου καὶ τοῦ Φιλίππου
σεµνὸς ὁ τάφος.
ΔΟΜΟΣ

Λέξη τὴ λέξη
γερὸ τὸ σπίτι χτίζεις
τοῦ γέροντά σου.
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΟΣ
Τὰ µεσηµέρια
µὲ τὸν Σταυρὸ στὸ χέρι
δαιµόνια ξορκίζεις.
ΒΙΚΤΩΡΙΑ

Σοφὰ λογιάζει
ἱλαρὸ µάτι
φίλης ἀλόχου.
ET IN LITERIS EGO

Χαλκίδα – Μάντσα
Κι᾿ ἀσθµαίνοντας ξoπίσω
ὁ Σάντσο Πάντσα.
NUNTIUS MONTUOSUS


Related documents


PDF Document recipe apple cider tarte tatin
PDF Document m nedens opskrift marts tarte tatin med skalottel g
PDF Document menu du soir
PDF Document french bistro night sept 2016
PDF Document seasonal dinner
PDF Document menu cour jour


Related keywords