Παντρευτήκαμε.
Και μαζί βάλαμε
και τις εικόνες και τις λέξεις.
Εσύ, θα είσαι η εικόνα
κι΄ εγώ, η λέξη.
Ασάλευτα κινείται το φεγγάρι.
Κρύβεται.
Βγαίνει.
Τη μια να μας γελά,
την άλλη να σωπαίνει.
Μπαίνει αργά,
μέσα στο σύννεφο που φεύγει.
- Μαμά, που πήγε το φεγγάρι;
- Έχε μου υπομονή.
Μετά από τούτη τη στροφή,
θα δεις,
που θα μας περιμένει.
Διαβρωμένη πρόστυχη κορμοστασιά.
Που τη βρήκε τόση δύναμη,
τούτος εδώ,
ο θρασύς ικέτης φθινοπώρου;
Κρύσταλλα στο λάδι.
Μουσκεμένα σπίρτα.
Χιόνισε η ψυχή σου.
Ρηχό κι΄ αδειανό ποτήρι η ζωή σου.
Πόσο θα ΄θελα Θεέ μου να τ΄ ανάψω!
Έμεινα μόνη,
στη μοναξιά της απραξίας,
να μετρώ,
τις μεσόκοπες νύχτες μου.
Χτυπούν αργά,
οι σφυρήλατες ώρες,
μέχρι το ξημέρωμα.
Εμπνεύσεις έρχονται.
Κι΄ ύστερα φεύγουν.
Που άφησα την πένα μου;
Που έβαλα το μελάνι;
Θα ΄ρθει το φως
και θα ΄μαι άπραγη.
Και τι θ΄ απολογηθώ στον ήλιο;
Ότι δεν πρόλαβα;
Πως θα με συγχωρέσει;